Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΙΓΩΝ

Η αποκάλυψη της βασιλικής ταφικής συστάδας των Τημενιδών αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την έρευνα της Αρχαίας Μακεδονίας.

  Ο 7ος προχριστιανικός αιώνας ήταν μια εξαιρετικά σημαντική στιγμή για το μικρό ακόμη βασίλειο της Μακεδονίας που τότε αναδύθηκε από την ομίχλη του μύθου για να περάσει από την Προϊστορία στην Ιστορία. Οπως βεβαιώνουν Ηρόδοτος και Θουκυδίδης, γύρω στο 650 π.Χ. ο Περδίκκας ο Α’ από το Αργος, απόγονος του Ηρακλείδη Τήμενου, καταφέρνει να γίνει βασιλιάς των Μακεδόνων, ενός ελληνικού φύλου, συγγενικού με τους Δωριείς, που κατοικούσε στην περιοχή στα νότια του Αλιάκμονα και εγκαθιδρύει τη δυναστεία που θα δώσει στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία τον Φίλιππο και τον Μεγαλέξανδρο.

Ως τον Αλέξανδρο τον Α’ (495-454 π.Χ.) εκτός από τα ονόματα των βασιλιάδων τους ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τους Μακεδόνες. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: Οι Αιγές ήταν όλα αυτά τα χρόνια η καρδιά του βασιλείου, η πρώτη μακεδονική πόλη, μια πόλη άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δυναστεία των Τημενιδών που είχαν εδώ όχι μόνο τα παλάτια αλλά και τους τάφους τους.
Η έλλειψη αρχαίων γραπτών πηγών για τους Μακεδόνες της Αρχαϊκής εποχής κάνει ακόμη πιο σημαντικά τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης. Με δεδομένο ότι από την ίδια την πόλη ένα πολύ μικρό τμήμα έχει ανασκαφεί (περίπου το 1/500) και δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί οι παλαιότερες φάσεις, η ανακάλυψη της αρχαϊκής νεκρόπολης των Αιγών το 2004 αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την έρευνα της Αρχαίας Μακεδονίας.
Οπως είχαμε προβλέψει, αυτή η νεκρόπολη βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του νεκροταφείου των τύμβων κάτω από τα σπίτια της Βεργίνας. Ως τώρα ερευνήθηκαν 120 τάφοι, που χρονολογούνται από το 600 ως το 480 π.Χ. και σχημάτιζαν μικρές, πυκνές συστάδες που ανήκαν σε οικογένειες.

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Επιτύμβια σήματα δυστυχώς δεν σώθηκαν. Η τρομακτική λεηλασία που υπέστη η νεκρόπολη των Αιγών από τους γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου το 276 π.Χ. άφησε έντονα τα ίχνη της παντού. Παρ’ όλα αυτά απέμεινε πληθώρα ευρημάτων που με απροσδόκητα εντυπωσιακό τρόπο πλουτίζουν τα δεδομένα μας για τη ζωή και τα έθιμα των Μακεδόνων της Αρχαϊκής εποχής, τις εμπορικές και τις πολιτισμικές ανταλλαγές τους με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, αλλά και για την ντόπια παραγωγή τεχνουργημάτων κεραμικής και μεταλλοτεχνίας στο κέντρο του μακεδονικού βασιλείου.
Ακολουθώντας το έθιμο όλοι οι νεκροί παίρνουν μαζί τους ό,τι φορούν και ό,τι τους χαρακτηρίζει, τα ρούχα και τα στολίδια τους, οι άνδρες και τα όπλα τους,, τα χαρακτηριστικά και απαραίτητα για τη νεκρική τελετουργία σκεύη, μυροδοχεία και εξάλειπτρα, και ακόμη ποτήρια και κανάτια για να σβήνουν την αιώνια δίψα στον Αδη. Αλλά δεν λείπουν και αντικείμενα που σχετίζονται με τις θρησκευτικές πίστεις και τους κοινωνικούς συμβολισμούς (επιστόμια ελάσματα, ειδώλια, ομοιώματα αμαξιών).
Ολα αυτά τα ευρήματα υποβάλλουν την εντύπωση ότι οι αρχαϊκοί χρόνοι είναι μια εποχή ιδιαίτερης ευπραγίας για τις Αιγές και παρουσιάζουν στενή συνάφεια σε όλα τα επίπεδα με τα αντίστοιχα ευρήματα της ορεινής Μακεδονίδας (περιοχή των Πιερίων), όπου βρισκόταν το αρχαιότατο κέντρο των Μακεδόνων, η Λεβαίη του Ηροδότου.
Ο πλούτος είναι προφανής, ιδιαίτερα στα κτερίσματα των βασιλικών ταφικών συστάδων και στους τάφους των εταίρων, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι στα κοσμήματα και στη χρήση χρυσών διακοσμητικών ελασμάτων, αλλά και στα όπλα και στα μετάλλινα σκεύη, αντικείμενα ακριβά και κατά συνέπεια σύμβολα κύρους, παρατηρείται μια δωρική, θα έλεγε κανείς, αυστηρότητα και λιτότητα, που διαφοροποιεί τα αντικείμενα αυτά από ανάλογα σύνολα περιοχών εκτός των ορίων του μακεδονικού βασιλείου (π.χ. Τρεμπένιστε, Νέα Φιλαδέλφεια κ.λπ.)

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ
Με την έρευνα του αρχαϊκού τμήματός της η εικόνα της νεκρόπολης των Αιγών συμπληρώνεται κάνοντας ακόμη πιο σαφή τη διαφοροποίηση από το σύνολο των τριών βασιλικών ταφικών συστάδων, που ξεχωρίζουν όχι μόνο για τα μεγέθη και τον πλούτο των τάφων τους αλλά και για τον τρόπο ταφής (καύσεις) και κυρίως για την εμμονή στη χρήση του χώρου που δηλώνει τη διαχρονία της οικογένειας και ξεπερνά τους δύο αιώνες.
Ως τώρα είναι γνωστές η συστάδα των βασιλισσών δίπλα στη βορειοδυτική πύλη των Αιγών, η συστάδα του Φιλίππου Β’ δίπλα στον κύριο οδικό άξονα και η συστάδα των Τημενιδών που βρίσκεται ανάμεσα από τις δύο προηγούμενες κοντά στο νεκροταφείο των τύμβων.
Μαζί με την αρχαϊκή νεκρόπολη η βασιλική ταφική συστάδα των Τημενιδών, όπου έχουν βρεθεί 12 τάφοι, 5 λακκοειδείς, 6 κιβωτιόσχημοι μνημειακών διαστάσεων και ένας μακεδονικός, που χρονολογούνται από τις αρχές του 6ου ως το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των Αιγών των τελευταίων 15 χρόνων.
Εκτός από το μέγεθος των ίδιων των μνημείων, τα άφθονα κτερίσματα (αγγεία, όπλα, κοσμήματα και χρυσά ελάσματα) που παρά τη σύληση βρέθηκαν διάσπαρτα μέσα και γύρω από τους τάφους μαρτυρούν τον ασυνήθιστο πλούτο και την εξέχουσα σημασία των νεκρών. Σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι εδώ αποκαλύφθηκαν τα παλαιότερα (570-530 π.Χ.) τεκμήρια μεγαλοπρεπών ταφικών πυρών των Αιγών που ανακαλούν εκείνες της Ιλιάδας και προοιωνίζονται τις επιβλητικές πυρές της βασίλισσας Ευρυδίκης (344/3 π.Χ.) και του Φιλίππου Β’ (336 π.Χ.).

Η ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΩΝ ΟΜΗΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝ
Δίπλα και γύρω από τους τάφους, ανάμεσα σε στάχτες και καμένα χώματα, ντουζίνες κομμάτια πήλινων, αλλά και χάλκινων αγγείων, μισολιωμένα χάλκινα κράνη, ασημοκάρφωτα σπαθιά, όπως αυτά του ομηρικού έπους, ξίφη με ελεφαντοστέινες λαβές και άλλα λυγισμένα, συμβολικά «νεκρωμένα» για να ακολουθήσουν τον κύριό τους στον Αδη, δόρατα και ακόντια, ακόμη και ένα χαλινάρι αλόγου, αντικείμενα εξαγνισμένα από το πυρ του ταφικού ολοκαυτώματος μαρτυρούν αδιάψευστα τη συνέχεια ενός ταφικού εθίμου που συνδέει άρρηκτα τους Μακεδόνες της αρχαϊκής εποχής με τον κόσμο του έπους.
Εκτός από τον μακεδονικό τάφο που χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και πιθανότατα φιλοξενούσε τα οστά του Φιλίππου Γ’ Αρριδαίου και της γυναίκας του Ευρυδίκης, είναι πολύ δύσκολο να ταυτίσουμε τους νεκρούς των αρχαϊκών τάφων της συστάδας. Ωστόσο είναι βέβαιον ότι ανήκαν όλοι στη βασιλική οι κογένεια, κάποιοι μάλιστα από αυτούς έζησαν και έδρασαν προτού ανεβεί στον θρόνο ο Αμύντας Α’ (540-495 π.Χ.), στα χρόνια του Αέροπου και του Αλκέτα, και όλοι μαζί ηγήθηκαν στους πολέμους που έκαναν τους Μακεδόνες κύριους στον κάμπο της Βοττιαίας και στα υψίπεδα της Εορδαίας.
Το μοντέλο των διακεκριμένων βασιλικών ταφικών συστάδων που παρατηρείται στη νεκρόπολη των Αιγών βρίσκει παράλληλα στην αρχαϊκή νεκρόπολη της Αιανής, του κέντρου των Ελιμειωτών, αλλά και στη νεκρόπολη του Αρχοντικού και πιθανότατα στη νεκρόπολη της Σίνδου απηχώντας την οργάνωση των φυλετικών βασιλείων της Αρχαϊκής εποχής, τα οποία ανακαλούν την εικόνα των μικρών «βασιλείων» του ομηρικού έπους, όπως απαριθμούνται στον «κατάλογο των πλοίων» της Ιλιάδας. Μερικά από αυτά θα υποταχθούν από τον Αλέξανδρο τον Α’ και εν τέλει όλα θα ενσωματωθούν και θα ενοποιηθούν κάτω από τη στιβαρή ηγεσία του Φιλίππου Β’, για να αποτελέσουν το ισχυρό κράτος των Μακεδόνων του 4ου αιώνα. 
ΔΡ. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΠΗΓΗ: www.vimaideon.gr

ΧΡΥΣΟΦΟΡΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ ΠΕΛΛΑΣ

Εντυπωσιακά ευρήματα από νεκροταφείο της Αρχαϊκής εποχής αποδεικνύουν τη συνέχεια της Ιστορίας στη Μακεδονία.


Ο αρχαίος οικισμός του Αρχοντικού έχει τη μορφή Τούμπας-Τράπεζας και ιδρύθηκε στο σταυροδρόμι των βασικών οδικών αξόνων της Κάτω Μακεδονίας (4,5 χλμ. ΒΔ της Πέλλας). Η κατοίκησή του ήταν διαρκής από την αρχή της Νεολιθικής εποχής ως και την Υστεροβυζαντινή, αλλά από τα προϊστορικά χρόνια ως το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., όταν η Πέλλα επιλέχθηκε από τον Αρχέλαο ως νέα πρωτεύουσα της Μακεδονίας, υπήρξε το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της Βόρειας Βοττιαίας (χώρα των Βουκόλων, ανάμεσα στα βουνά Πάικο και Βέρμιο και στους ποταμούς Αξιό και Αλιάκμονα), η οποία εντάχθηκε έπειτα από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. στην κοιτίδα του μακεδονικού κράτους.
Ο οικισμός ερευνάται από το 1992 με τη συνεργασία της ΙΖ΄ ΕΠΚΑ και του Προϊστορικού Τομέα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ ενώ από το 2000 άρχισε επίσης υπό τη διεύθυνση των αρχαιολόγων Παύλου και Αναστασίας Χρυσοστόμου η σωστική ανασκαφή του δυτικού νεκροταφείου του οικισμού, που είναι το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο αφού έχει έκταση 200 στρεμμάτων. Το μέγεθός του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός απέκτησε πρώιμα τον χαρακτήρα πόλης και έγινε ένα από τα λίκνα των Μακεδόνων. Ενδεχομένως μάλιστα πρόκειται για την Τύρισσα, η οποία αναφέρεται από τον ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο (ΙV, 34) ως πόλη ανάμεσα στην Πέλλα και στην Κύρρο ενώ από τον γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο (ΙΙΙ, 12, 36) ορίζεται μετά την Ευρωπό.
Οι ταφές που ερευνήθηκαν τη δεκαετία 2000-2010 σε έκταση περίπου έντεκα στρεμμάτων ανέρχονται στις 1.004. Οι 259 χρονολογούνται από την Υστερη Εποχή του Σιδήρου (β’ μισό 7ου αι. - 580 π.Χ.), οι 475 από την Αρχαϊκή εποχή (580-480 π.Χ.) και οι 262 στα κλασικά και πρώιμα ελληνιστικά χρόνια (480-279 π.Χ.) ενώ άλλες οκτώ είναι αδιάγνωστες. Ο αριθμός των αρχαϊκών τάφων, ωστόσο, ο πλούτος και η ποιότητα των κτερισμάτων τους επιβάλλουν τη διεξοδικότερη παρουσίασή τους.

ΣΙΔΗΡΟΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ
Στα αρχαϊκά χρόνια οι ενταφιασμοί γίνονταν κυρίως σε λακκοειδείς τάφους ενώ οι καύσεις είναι περιορισμένες. Οι νεκροί ενταφιάζονταν σε ύπτια θέση σε ξύλινες σαρκοφάγους, oι γυναίκες με την κεφαλή στα ανατολικά, βόρεια ή νότια (ποτέ στα δυτικά), ενώ αντίθετα οι άνδρες με την κεφαλή στα δυτικά, βόρεια ή νότια (ποτέ στα ανατολικά).
Η ποικιλία, η ποιότητα και ο πλούτος των ταφικών δώρων αποδεικνύουν όχι μόνο την ύπαρξη κοινωνικής διαφοροποίησης αλλά και τη σημασία που απέδιδε η κοινότητα στην πράξη της ταφής. Στις ανδρικές ταφές κυριαρχεί η «σιδηροφορία», γνωστή επίσης σε Θεσσαλούς και Ηπειρώτες κατά το ίδιο διάστημα. Αναλόγως του αριθμού των όπλων και των λοιπών κτερισμάτων κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες:
Στην πρώτη εντάσσονται οι πολεμιστές που θάφτηκαν με σιδερένιες αιχμές δοράτων, μαχαίρι και λίγα άλλα κτερίσματα. Στη δεύτερη κατηγορία προστίθενται το ξίφος, πήλινα και χάλκινα αγγεία και κοσμήματα. Στην τρίτη, οι πολεμιστές
συνοδεύονται επιπλέον με χάλκινο κράνος διακοσμημένο μερικές φορές με χρυσές ταινίες, χρυσό διάδημα-στέμμα ή χρυσό επιστόμιο και χρυσά εποφθάλμια, που υποκαθιστούν τις χρυσές μάσκες. Χρυσά ελάσματα στολίζουν τον υπόλοιπο οπλισμό τους (ξίφος, δερμάτινο θώρακα και «χειρόκτιο»), τα ενδύματα και τα υποδήματα. Επιπλέον είναι κτερισμένοι με χρυσά και αργυρά δακτυλίδια, μεταλλικές περόνες και άλλα αντικείμενα. Συμβολικό χαρακτήρα εξάλλου φαίνεται ότι είχαν τα σιδερένια ομοιώματα από αγροτικές άμαξες, έπιπλα και οβελούς με τους κρατευτές τους, που συνοδεύουν τους πολεμιστές της τρίτης και της τέταρτης κατηγορίας.
Το πρόσωπο των πολεμιστών της τέταρτης κατηγορίας καλύπτει χρυσή μάσκα και σπανιότερα χρυσό ορθογώνιο έλασμα ή μεγάλο επιστόμιο ενώ στον οπλισμό τους προστίθεται η ασπίδα και αυξάνονται τα κτερίσματα.
Τα 11 από τα 45 χάλκινα κράνη μακεδονικού τύπου που βρέθηκαν στο νεκροταφείο (άλλα 39 έχουν συληθεί) διακοσμούνται με χρυσά ελάσματα. Τρία κράνη με «ιλλυριοκορινθιακά» χαρακτηριστικά φέρουν στη μετωπική ζώνη εγχάρακτα αντωπά λιοντάρια, δηλωτικό μοτίβο στρατιωτικών αξιωματούχων. Οι χάλκινες ασπίδες δύο πολεμιστών είναι μικρές, του τύπου του «καρδιοφύλακος», ενώ άλλων έξι αργείτικες.

Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Οι γυναίκες των πολεμιστών ήταν ενταφιασμένες με τη στολή του γάμου. Και εδώ το χρυσό επιστόμιο και τα «εποφθάλμια» υποκαθιστούσαν τις μάσκες, που εμφανίζονται στις δέσποινες της τέταρτης κατηγορίας.
Από τα χρυσά ταινιωτά διαδήματα ξεχωρίζουν τα δύο της δέσποινας του «τάφου Τ 458» με παραστάσεις έφιππου κυνηγού και άγριων ζώων. Σε τρεις περιπτώσεις το πρόσωπο της νεκρής καλυπτόταν με χρυσή μάσκα. Ειδικά στη θέση των ματιών της μάσκας της δέσποινας του «τάφου Τ 458» υπάρχει παράσταση με τετράκτινα αστέρια-ήλιους ενώ στην περιοχή του στόματος, επιστόμιο με αιλουροειδή και δελφίνια, που μαζί με τα αστρικά σύμβολα, τα φυτικά και τα γεωμετρικά μοτίβα διαμορφώνουν μια εντυπωσιακή σύνθεση. Τα σκουλαρίκια ήταν από χρυσό, άργυρο και χαλκό ενώ τα περιδέραια φέρουν χρυσές, αργυρές, κεχριμπαρένιες, φαγεντιανές, γυάλινες, λίθινες ή οστέινες ψήφους ή περίαπτα (χρυσά ή αργυρά). Μια από τις ασημένιες αλυσίδες που κρέμονταν στο στήθος φέρει δαιδαλικές κεφαλές της Πότνιας Θηρών και καθιστά λιοντάρια ενώ εντυπωσιακές είναι ασημένιες ή χρυσές περόνες.
Χρυσά ελάσματα διακοσμούσαν τα ενδύματα και τα υποδήματα, μερικές φορές με παραστάσεις κοσμολογικού περιεχομένου, παραπέμποντας υπαινικτικά σε θρησκευτικό συμβολισμό και μεταθανάτιες αντιλήψεις. Συμπυκνώνουν δηλαδή την ιδέα του περάσματος της ψυχής της νεκρής από την παρούσα ζωή στην Αλλη ζωή, στα Ηλύσια, τόπο αναψυχής των νεκρών. Στα υπόλοιπα κτερίσματα περιλαμβάνονται ειδώλια και πλαστικά αγγεία πήλινα ή χάλκινα από την Ιωνία, τη Σάμο, τη Ρόδο, την Αθήνα και την Κόρινθο.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ
Το είδος, η ποσότητα και η ποιότητα των κτερισμάτων αυτών των τάφων αποδεικνύουν την ακμάζουσα και ευημερούσα κοινωνία του Αρχοντικού, τον ηρωικό χαρακτήρα της και τον ηγετικό ρόλο ορισμένων οικογενειών της στρατιωτικής αριστοκρατίας, που ήλεγχαν και ρύθμιζαν την ανταλλαγή των αγαθών ασκώντας ένας είδος οικονομικής εξουσίας, ικανής να αποδώσει εξαιρετικά πλούσια αγαθά πολιτισμού.

Η ανασκαφική έρευνα έχει δείξει ότι οι πλούσιοι αρχαϊκοί τάφοι του Αρχοντικού και των άλλων αστικών κέντρων του Μακεδονικού Βασιλείου χρονολογούνται από την αρχή της Μέσης Κορινθιακής Περιόδου (580-560 π.Χ., περίοδος της βασιλείας του Αλκέτα, παππού του Αλεξάνδρου Α΄). Επειτα από αυτό το χρονικό όριο επιβεβαιώνεται η πρόσβαση του πληθυσμού σε είδη πολυτελείας και προκύπτει η ανάπτυξη της μακεδονικής κοινωνίας με πολυσύνθετες μορφές οργάνωσης στη διοίκηση, στο στρατό και στην οικονομία. Η πλειοψηφία των Μακεδόνων μετά την επέκτασή τους ως τον Αξιό προχώρησε από τη μετακινούμενη κτηνοτροφία στην καλλιέργεια της εύφορης αγροτικής γης και στη μόνιμη εγκατάσταση σε ανεπτυγμένους οικισμούς χάρη στην ηγετική ικανότητα των βασιλέων, στη στρατιωτική τους οργάνωση και στην εισαγωγή της τεχνολογίας και της τακτικής του πολέμου των νότιων Ελλήνων, δύο αιώνες πριν από τον Φίλιππο Β΄ και τον Αλέξανδρο Γ΄. 
ΔΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΙ ΔΡ ΠΑΥΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΙΖ ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ & ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΠΗΓΗ: www.vimaideon.gr

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ - ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ



Διονύσιος Σολωμὸς

Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν


1.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

2.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

3.- Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι» νὰ σοῦ πεῖ.

4.- Ἄργειε νὰ 'λθει ἐκείνη ἡ μέρα,
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατί τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! ΙΙαρηγορία
μόνη σου ἔμενε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τὰ νὰ κλαῖς.

6.- Καὶ ἀκαρτέρει καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ' ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά.

7.- Κι ἔλεες: «Πότε, ἅ, πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τσ' ἐρμιές;».
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.

8.- Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἒσταζ' αἷμα,
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.

9.- Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύεις εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχὴ τὸ δρόομο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή.
δὲν εἲν' εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλεῖ.

11.- Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,
ἀλλ' ἀνάσαση καμιά.
ἄλλος σου ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φριχτά.

12.- Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σου
ὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νάβρεις τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἳ σκληροί.

13.- Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποῦ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.

14,- Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἢ ζωή.

15.- Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποῦ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή.

16.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

17.- Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τσ' ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἒτρεφ' ἄνθια καὶ καρπούς,

18.- ἐγαλήνευσε. καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοή,
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ

19.- Ὅλοι οἱ τόποι σὸν σ' ἐκράξαν
χαιρετώντας σὲ θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν
ὅσα αἴσθανετο ἢ χαρδιά.

20.- Ἐφωνάξανε ὡς τ' ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
κι ἐσηκώσανε τὰ χέρια
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,

21.- μ' ὄλον ποὺ 'ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικά,
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: «Ψεύτρα Ἐλευθεριά».

22.- Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ,
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.

23.- Ἀπ' τὸν πύργο τοῦ φωνάζει,
σὰ νὰ λέει σὲ χαιρετῶ,
καὶ τὴ χήτη τοῦ τινάζει
τὸ λιοντάρι τὸ Ἰσπανο.

24.- Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο, καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ' ἄκρα της Ρουσίας
τὰ μουγκρίσματα τσ'ὀργῆς.

25.- Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πῶς τὰ μέλη εἲν' δυνατά.
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κύμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.

26.- Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποῦ φτεράκαι νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ.

27.- καὶ σ ἐσὲ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σὲ μισεῖ,
ἒκρωζ' ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψει, ἂν ἠμπορεῖ.

28.- Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾶς.
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισὶες ὀποῦ ἀγρικᾶς,

29.- σὰν τὸ βράχον ὀποῦ ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνει
εὐκολόσβηστον ἀφρό.

30.- ὀποῦ ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ὤ, δυστυχιά του,
ὁποιανοὺ θέλει βρεθεῖ
στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.

32.- Τὸ θηρίο π' ἀνανογιέται
πῶς. τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾶ.

33.- τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
κι ὅπου φθάσει, ὅπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά.

34.- Ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ.
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴ θήκη
πλέον ἀνδρείαν σου προξενεῖ.

35.- Ἰδού, ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς.
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψεις πιθυμᾶς.

36.- Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει, πάντα ὅπως νικεῖ,
κι ἃς εἲν ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν
γιὰ νὰ ἰδεῖς πὼς εἲν' πολλά.
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτὰ
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα
ποῦ θὲ νὰ 'βρει ἡ συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή.
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.

40.- Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
Λίγα τὰ αἵματα γιατί;
Τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγει
καὶ στὸ κάστρο ν' ἀνεβεῖ.

41.- Μέτρα ! Εἲν' ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὀποῦ φεύγοντας δειλιοῦν.
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ', ὥστε ν' ἀνεβοῦν.

42.- Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά.
νά, σᾶς φθάνει. ἀποκριθεῖτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά!

43.-Ἀποκρίνονται καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὀποῦ μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44.- Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45.- Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποῦ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47.- καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι
ὀποῦ ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράστεναν τὸν Ἅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά.

48.- Τ' ἀκαρτέρειε. Ἐφαῖνοντ' ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

49.- Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὀποῦ σκεπάζει
τὰ κρεβάτια τὰ στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἲν' ἄδικα σφαγμένοι,
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς.
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν' ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀνεβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνει μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ' ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὀποῦ οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.

55.- Μὲ τὰ μάτια τοὺς γυρεύουν
ὅπου εἲν' αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στὰ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά.

56.- καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνες κοντά,
καὶ τὰ στήθια τοὺς ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.

57.- Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
κι ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.

58.- Τόοτε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.

59.- Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου.
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγεῖ
εἶναι κτύπημα θανάτου
χωρὶς νὰ δευτερωθεῖ.

60.- Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει.
λὲς κι ἐκείθενε ἡ ψυχὴ
ἀπ' τὸ μίσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθεῖ.

61.- Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τοὺς ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὀποῦ χουμᾶνε
περισσότερο εἲν' γοργά.

62.- Οὐρανὸς γι' αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαγο, οὐδὲ γῆ.
γι' αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.

63.- Τόση ἡ μάνητα κι ἡ ζάλη,
ποῦ στοχάζεσαι μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ' ἄλλη
δὲν μείνει ἒ ν ἃ ς ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- καὶ παλάσκες καὶ σπαθὶα
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία,
σωθικὰ λαχταριστά.

66.- Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγή.
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ, φθάνει,
φθάνει. ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;

67.- Ποὶος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθεῖ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.

68.- Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά», ἐφώναζαν, «Ἀλλά»,
καὶ τῶν Χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά», ἐφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».

70.- Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί.
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.

71.- Ἦταν τόσοι ! Πλέον τὸ βόλι
εἰς τ' αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκεῖτοντ' ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.

72.- Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῶο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.

73.- Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾶς τώρα ἐσὺ πλιο
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι.
φύσα, φύσα εἰς τὸ ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

75.- Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι.
δὲν λάμπ' ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ' ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά.

76.- Εἰὶς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθώα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἄρνι.

77.- Τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κύμα εἰς τὸ γιαλό,
ἀλλ' οἱ ἀνδρεῖοι παλληκαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.

78.- Ὢ τρακόσιοι, σηκωθεῖτε
καὶ ξανάλθετε σέ μας.
τὰ παιδιά σας θέλ' ἰδεῖτε
πόσο μοιάζουνε μέ σας.

79.- Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ' ἐδῶ.

80.- Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πείνα καὶ θανατικό,
ποῦ μὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό.

81.- καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.

82.- Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.

83.- Στηὴ σκιὰ χεροπιασμένες,
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες
ὀποῦ κάνουνε χορό.

84.- Στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.

85.- Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πῶς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυχοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας κι ἐλευθεριᾶς.

86.- Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.

87.- Ἀπ' τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριὰ !

88.- Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.

89.- Σοὺ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

90.- «σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τo χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

91.- Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
ποῦ σκορπάει τὸ θυμιατό.

92.- Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή.
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

93.- Ποιοὶ εἲν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἂρματ', ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηχες ἐσύ!

94.- Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

95.- Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός.
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

96.- Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾶς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾶς.

97.- Μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς:
«Σήμερ', ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναὶ τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής.

98.- Αὐτὸς λέγει, ἀφοκρασθεῖτε:
"Ἐγὼ εἲμ' Ἄλφα, Ὠμέγα ἔγω.
πέστε, ποὺ θ' ἀποκρυφθεῖτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;

99.- Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποῦ, μ' αὐτὴν ἂν συγκριθεῖ
κείνη ἡ κάτω ὀποῦ σας ἔχω,
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθεῖ.

100.- Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῶα καὶ δέντρα καὶ θνητούς.

101.- Καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σώζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἄνεμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή"».

102.- Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
Τοῦ θυμοῦ Τοῦ εἶσαι ἀδελφή;
Ποὶος εἲν' ἄξιος νὰ νικήσει
ἢ μὲ σὲ νὰ μετρηθεῖ;

103.- Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποῦ ὅλην θέλει θανατώσει
τὴ μισόχριστη σπορά.

104.- Τὴν αἰσθάνονται καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ' ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελώου μὲς στὴ ροὴ
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ

106.- νὰ ἀποφύγετε; Τὸ κύμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό.
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρεῖτε ἀφανισμό.

107.- Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.

108.- Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.

109.- Ποὶος στὸ σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθεῖ.
ποὶος τὴ σάρκα τοῦ δαγκώνει
ὅσο ὀποῦ νὰ νεκρωθεῖ.

110.- Κεφαλὲς ἀπελπισμένες,
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ' ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορᾶ.

111.- Σβιέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελώου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί,

112.- Ἔτσι ν' ἄκουα νὰ βουΐξει
τὸ βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κύμα του νὰ πνίξει
κάθε σπέρμα ἀγαρηνό!

113.- Καὶ ἐκεῖ ποὺ 'ναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ' ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114.- σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξει
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ' ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξει
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.

115.- Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένει,
κι ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ' ἀργὸ πάτημα ἂς πηγαίνει
μεταξύ τους καὶ ἂς μετρᾶ.

116.- Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται, καὶ πλιο

117.- καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολὺ φλοίσβισμα καὶ ἀφρὸς

118.- Ἅ, γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα τὴν ὥρα
ὀποῦ ἐσβιοῦντο οἱ μισητοί,

119.- τὸ Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός.

120.- Ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρῶν,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ' ἕνα τύμπανο τερπνὸν

121.- καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τσ' ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.

122.- Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.

123.- Εἰς αὐτήν, εἲν' ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

124.- Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ' ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποία τὴν περιζώνει,
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.

125.- Μὲ βρυχίσματα σαλεύει
ποῦ τρομάζει ἡ ἀκοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμνιώνα ἀναζητεῖ.

126.- Φαίνετ' ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἥλιου,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.

127.- Δὲν νικιέσαι, εἲν' ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτέ.
ὅμως, ὄχι, δὲν εἲν' ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.

128.- Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.

129.-Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἲν' πολλές,
πολεμώντας, ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς.

130.- Μ' ἐπιθύμια νὰ τηράζεις
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τοὺς κεραυνό.

131.- Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει,
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.

132.- Πνίγοντ' ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
Καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί.
χαίρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σὲ πέταξαν ἐκεῖ.

133.- Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τσ' ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντας τὰ εἰς τὸ φιλί.

134.- Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὀποῦ ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ, πλέον δὲν εὐλογεῖ.

135.- Ὅλοι κλάψτε. ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ὡσὰν νὰ 'τανε φονιάς!

136.- Ἔχει ὀλάνοικτο τὸ στόμα
π' ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ' Ἅγιον Αἷμα, τ' Ἅγιον Σῶμα.
λὲς πὼς θὲ νὰ ξαναβγεῖ

137.- ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει,
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθεῖ,
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσει
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμεῖ.

138.- Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.

139.- Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει.
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάχτυλο ἡ θεά.

140.- Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ' ἀνησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾶ:

141.- «Παλληκάρια μου, οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.

142.- Ἀπ' ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική,
ἀλλὰ ἀνίκητη μία μένει
ποῦ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.

143.- Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ, τὸ νοῦ σας τυραννεῖ.

144.- Ἡ Διχόνοια ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
"πάρ' τό", λέγοντας, "καὶ σύ".

145.- Κειο τὸ σκῆπτρο πού σας δείχνει
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά.
μὴν τὸ πιάστε, γιατί ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.

146.- Ἀπὸ στόμα ὀποῦ φθονάει,
παλληκάρια, ἂς μὴν πωθεῖ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147.- Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
"Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά".

148.- Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα.
ὅλο τὸ αἷμα ὀποῦ χυθεῖ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.

149.- Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθεῖτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.

150.- Πόσο λείπει, στοχασθεῖτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθεῖ.
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθεῖτε,
πάντα ἐσᾶς θ' ἀκολουθεῖ.

151.- Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία,
καταστῆστε ἕνα Σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
"Βασιλεῖς, κοιτάξτ' ἐδῶ!

152.- Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι' αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγώνα τὸ σκληρό.

153.- Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα τοῦ ἀφανίζουν,
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.

154.- Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῶο χριστιανικό,
ποῦ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: Νὰ ἐκδικηθῶ.

155.- Δὲν ἀκοῦτε, ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.

156.- Δὲν ἀκοῦτε; Εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἀβὲλ καταβοᾶ.
δὲν εἲν' φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.

157.- Τί θὰ κάμετε; Θ' ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσομεν ἐμεῖς
λευθεριᾶν, ἢ θὰ τὴν λύστε
ἐξ αἰτίας πολιτικῆς;

158.- Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδοὺ ἐμπρός σας τὸν Σταυρό:
Βασιλεῖς, ἐλᾶτε, ἐλάτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ!"».

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ 1798-1857



Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1798, από αριστοκρατική οικογένεια. Το 1808 στάλθηκε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε νομικά. Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στη Ζάκυνθο με γερή φιλολογική μόρφωση. Εκείνη την εποχή γίνεται δεκτός σε μια φιλολογική οργάνωση όπου αναγνωρίζεται ως στιχουργός.
Στο τέλος του 1828 εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στη Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1833 ένα σοβαρό οικογενειακό γεγονός τον ταράζει, ο ετεροθαλής αδελφός του δηλώνει στις λιμενικές αρχές την κληρονομιά από τον πατέρα του και τη διεκδικεί. Όλα τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα γιατί, όπως υποστηρίζεται, "δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνηματα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής". Όταν ο Σολωμός γύρισε από την Ιταλία, έφερε μαζί του ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Αργότερα δημιουργεί αυτοσχέδια σονέτα και τέλος λυρικά ποιήματα.
Το πρώτο εκτενές ποίημα του Σολωμού είναι ο "Ύμνος εις την Ελευθερία" που είναι γραμμένος σε τετράστιχες στροφές.
Ο Σολωμός πέθανε το Φεβρουάριο του 1857 από εγκεφαλική συμφόρηση. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν στην αρχή σε ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετηρίδων το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΑΜΦΙΠΟΛΗ


Η Αμφίπολη ήταν αρχαία πόλη χτισμένη στην ανατολική Μακεδονία, στις όχθες του ποταμού Στρυμώνα, στη θέση πόλης που παλαιότερα ονομαζόταν "Εννέα Οδοί" ή πολύ κοντά σε αυτήν. Η Αμφίπολη ιδρύθηκε από Αθηναίους το 437 π.Χ. με στόχο τον έλεγχο της πλούσιας σε πρώτες ύλες περιοχή και εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 8ο αιώνα μ.Χ. Σήμερα στην περιοχή είναι χτισμένος ο ομώνυμος σύγχρονος οικισμός, που βρίσκεται περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά των Σερρών.

Ιστορία
Πρώιμη ιστορία
Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει ερείπια ανθρώπινης εγκατάστασης που χρονολογούνται γύρω στο 3.000 π.Χ. Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης η περιοχή είχε οχυρωθεί από πολύ νωρίς Το 480 π.Χ. ο Ξέρξης περνώντας από την περιοχή έθαψε ζωντανούς εννέα νεαρούς άντρες και εννέα παρθένες ως θυσία σε ποτάμιο θεό. Ένα χρόνο μετά στην Αμφίπολη ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Α΄ νίκησε τα υπολείμματα του στρατού του Ξέρξη.
Κλασική και ελληνιστική περίοδος
Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι επιχείρησαν να αποικίσουν την περιοχή που είχε άμεση πρόσβαση σε σημαντικές πρώτες ύλες, όπως ο χρυσός και ο άργυρος του Παγγαίου και τα πυκνά δάση της περιοχής -τα τελευταία ενδιέφεραν του Αθηναίους για την ξυλεία τους. Η πρώτη απόπειρα της Αθήνας, Το 465 π.Χ, να αποικήσει την περιοχή απέτυχε Θράκες πελταστές συνέτριψαν στον Δραβήσκο την οπλιτική φάλαγγα 2.500-3.000 Αθηναίων αποίκων της πόλης των Εννέα Οδών, οι οποίοι προχωρούσαν στη θρακική ενδοχώρα με σκοπό την κατάληψη των προσοδοφόρων χρυσωρυχείων της.. Η Αθήνα επανήλθε την εποχή του Περικλή, το 437 π.Χ. ιδρύοντας την Αμφίπολη. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη η πόλη ονομάστηκε έτσι επειδή ο ποταμός Στρυμώνας ρέει γύρω από την πόλη περιβάλλοντάς την, αλλά για την ετυμολογία υπάρχουν και άλλες θεωρίες.
Στην συνέχεια η Αμφίπολη έγινε η κύρια βάση των Αθηναίων στην Θράκη και στόχος των Σπαρτιατών. Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την πόλη. Για την σωτηρία της πόλης στάλθηκε από τους Αθηναίους μία αποστολή υπό την ηγεσία του Θουκυδίδη, (του μετέπειτα ιστορικού). Η αποστολή απέτυχε, γεγονός που οδήγησε τον Θουκυδίδη στην εξορία. Στην συνέχεια στάλθηκε ο Κλέων ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη μάχη της Αμφίπολης, μίας σφοδρής σύγρουσης στην οποία βρήκε τον θάνατο και ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας. Με την Ειρήνη του Νικία ή Νικίειο ειρήνη, η Σπάρτη δεσμευόταν να αποδώσει την Αμφίπολη στην Αθήνα, κάτι που δεν έγινε και αποτέλεσε σημείο νέων τριβών και ένα από τα θέματα που στάθηκαν αιτία να παραβιαστεί η ειρήνη και να ξαναρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος
Οι Αθηναίοι δεν κατάφεραν να ανακαταλάβουν την πόλη ξανά παρά τις πολλές απόπειρες που έκαναν τα επόμενα χρόνια. Τελευταία ήταν το 358 π.Χ. η οποία δεν είχε αίσια έκβαση γι’ αυτούς και έναν χρόνο μετά η πόλη καταλήφθηκε από τον Φίλιππο και έγινε μέρος του Βασιλείου των Μακεδόνων. Ο Φίλιππος φρόντισε να μεταφέρει εκεί μεγάλο αριθμό υπηκόων του για να αλλάξει τη σύσταση του πληθυσμού προς όφελός του. Την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Αμφίπολη και το επίνειό της στο Αιγαίο είχαν εξελιχθεί σε πολύ σημαντική ναυτική βάση των Μακεδόνων, και γενέτειρα τριών σημαντικών ναυάρχων, του Νέαρχου, του Ανδροσθένη και του Λαομέδοντα. Από εκεί ξεκίνησε και ο στόλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την Ασία. Στην ελληνιστική εποχή, άποικοι από την πόλη ίδρυσαν -με προτροπή του Σελεύκου- μια ομώνυμη πόλη στις όχθες του Ευφράτη, επί της παλαιοτέρας αραμαϊκής Θαψάκου.
Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος
Με την πτώση του Μακεδονικού Βασιλείου από τους Ρωμαίους η Αμφίπολη έγινε μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η πόλη ορίστηκε πρωτεύουσα μίας από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρεις στις οποία χώρισαν οι Ρωμαίοι την Μακεδονία, τις επονομαζόμενες μερίδες. Η μερίδα της Αμφίπολης στην συνέχεια ενσωματώθηκε στην επαρχία της Θράκης. Από την πόλη διερχόταν η περίφημη Εγνατία οδός.
Τα τελευταία χρόνια της αρχαιότητας η Αμφίπολη ευνοήθηκε από την οικονομική ανάπτυξη της Μακεδονίας, κάτι που μαρτυρούν και οι πολλές εκκλησίες της πόλης. Στην Αμφίπολη ανασκάφηκαν εντυπωσιακές σε μέγεθος και διακόσμηση εκκλησίες του 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ. Μετά τις επιδρομές των Σλάβων στα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ. η Αμφίπολη ερήμωσε σταδιακά για να εγκαταλειφθεί εντελώς τον 8ο αιώνα όταν οι περισσότεροι κάτοικοι κατέφυγαν στην κοντινή παραθαλάσσια πόλη Ηιώνα (ϊών) που πλέον είχε μετονομαστεί από τους Βυζαντινούς σε Χρυσόπολη.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

ΙΔΟΜΕΝΕΑΣ


Ο Ιδομενέας, γιος του Δευκαλίωνα και εγγονός του Μίνωα, είχε έρθει από την Κρήτη. Ήταν αρχηγός ογδόντα πλοίων επανδρωμένων από τις εκατό πολιτείες της Κρήτης. Αν και ήταν ήδη μεσήλικας, συνέβαλε σημαντικά στην απόκρουση της επίθεσης κατά του στόλου των Αχαιών σκοτώνοντας πολλούς Τρώες.
Συναρχηγός του κρητικού στόλου ήταν ο ανιψιός του Ιδομενέα, ο Μηριόνης. Σκότωσε κι αυτός πολλούς Τρώες. Ιδιαίτερα όμως ξεχώρισε, όταν σήκωσε το νεκρό Πάτροκλο μαζί με τον Μενέλαο, για να τον μεταφέρει στο στρατόπεδο. Στους επιτάφιους αγώνες που ακολούθησαν, ήρθε πρώτος στην τοξοβολία και τέταρτος στην αρματοδρομία.
Ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος ήταν γιοι του Ασκληπιού. Είχαν αναλάβει την ιατρική περίθαλψη των Αχαιών πολεμιστών. Φαίνεται ότι η ειδικότητα του Μαχάονα ήταν η τραυματολογία, ενώ ο Ποδαλείριος είχε ειδικευτεί στη γενική παθολογία. Όταν λοιπόν πληγώθηκε ο Μενέλαος από τα βέλη του Πάνδαρου, έστειλε αμέσως ο Αγαμέμνονας τον κήρυκα Ταλθύβιο να φέρει τον Μαχάονα για να περιποιηθεί το τραύμα. Κι εκείνος έβγαλε το βέλος από την πληγή, ρούφηξε το αίμα κι έβαλε καταπραϋντικά βότανα στο τραύμα.Τα δυο αδέρφια ωστόσο δεν περιορίζονταν μόνο στα ιατρικά τους καθήκοντα. Είχαν άλλωστε έρθει στην Τροία ως αρχηγοί τριάντα πλοίων. Η θέση τους όμως στο αχαϊκό στρατόπεδο ήταν ξεχωριστή και οι Αχαιοί έτρεμαν στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να χάσουν τον έναν από τους δυο γιατρούς τους. Έτσι, όταν ο Πάρης πλήγωσε τον Μαχάονα στον ώμο με βέλος, τον φορτώνει αμέσως ο Ιδομενέας στο άρμα του Νέστορα για να μεταφερθεί γρήγορα σε ασφαλές μέρος και να περιποιηθούν το τραύμα του.

ΑΠΟΙΚΙΕΣ

Αποικίες στην Μακεδονία και στην Θράκη 

Στην Βόρεια Ελλάδα ιδρύθηκαν πολλές αποικίες κυρίως στην περιοχή της Χαλκιδικής αλλά και στην περιοχή της Θράκης. Η Χαλκιδική αποικίστηκε από Ευβοείς, κυρίως από την Χαλκίδα. Στις αποικίες αυτές όφειλε το όνομά της. Σημαντικότερες αποικίες των Ευβοέων στην Χαλκιδική ήταν η Όλυνθος (στον αποικισμό της συμμετείχαν και Αθηναίοι), η Τορώνη, η Μένδη, η Σερμύλη, ή Άφυτις και οι Κλεώνες στην χερσόνησο του Άθου. Άλλες σημαντικές αποικίες στην Χαλκιδική ήταν η Άκανθος , αποικία που ίδρυσαν άποικοι από την Άνδρο και η Ποτίδαια, αποικία της Κορίνθου.
Στην περιοχή της Θράκης οι περισσότερες αποικίες ιδρύθηκαν από Ίωνες από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Σημαντικότερες αποικίες ήταν η Μαρώνεια και τα Άβδηρα . Οι Μιλήσιοι ίδρυσαν επίσης στα στενά του Ελλήσποντου τις πόλεις Άβυδος και Καρδία και στην Προποντίδα την Ραιδεστό. Οι Σάμιοι αποίκισαν το νησί της Σαμοθράκης, γεγονός στο οποίο οφείλει το όνομά της. Τέλος οι Πάριοι αποίκησαν την Θάσο με αρχηγό οικιστή τον πατέρα του ποιητή Αρχίλοχου
Αποικίες στο Ιόνιο και στην Ιλλυρία
Η περιοχή του Ιονίου και της Ιλλυρίας αποικίστηκε αποκλειστικά σχεδόν από Κορινθίους. Οι Κορίνθιοι ίδρυσαν σημαντικές αποικίες κατά μήκος του θαλάσσιου δρόμου προς την Κάτω Ιταλία και την δύση με τις οποίες πέτυχαν να γίνουν κυρίαρχοι στο εμπόριο της δυτικής πλευράς της Μεσογείου. Σημαντικότερες αποικίες των Κορινθίων ήταν η Λευκάδα, ο Αστακός, το Ανακτόριο, το Άκτιο, η Αμβρακία, και η Κέρκυρα. Οι Κορίνθιοι ίδρυσαν ακόμα δύο σημαντικές αποικίες στην Ιλλυρία που εξελίχθηκαν σε σημαντικές πόλεις, την Απολλωνία και την Επίδαμνο.

Αποικίες στην Κάτω Ιταλία

Οι πρώτοι που αποίκησαν την Κάτω Ιταλία ήταν οι Ευβοείς, οι οποίοι με εκκίνηση τις Πιθηκούσσες (στο νησί Ίσχια) ίδρυσαν μια σειρά από πόλεις στην περιοχή. Δεύτερη πόλη που ίδρυσαν ήταν η Κύμη, σχεδόν απέναντι από την Ίσχια. Άποικοι από την Κύμη ίδρυσαν στην Σικελία την Ζάγκλη και στην απέναντι ακτή το Ρήγιο. Οι Ευβοείς ίδρυσαν ακόμα την πόλη Νάξο η οποία έγινε η βάση για την ίδρυση των πόλεων Λεοντίνοι, Ταυρομένιο και Κατάνη.
Η ισχυρότερη αποικία της Σικέλίας ήταν οι Συρακούσες, αποικία των Κορινθίων τον 8ο αιώνα π.Χ. Την ίδια περίοδο περίπου άποικοι από την περιοχή της Αχαΐας ίδρυσαν τις πόλεις Σύβαρη και Κρότωνα στον κόλπο του Τάραντα αλλά και το Μεταπόντιο στην ίδια περιοχή. Στην ίδια περιοχή φυγάδες από την Σπάρτη ίδρυσαν τον Τάραντα που εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της περιοχής. Άλλα ελληνικά κράτη που ίδρυσαν αποικίες στην Κάτω Ιταλία ήταν τα Μέγαρα που ίδρυσαν τα Μέγαρα Υβλαία και τον Σελινούντα, η Φώκαια ίδρυσε την Ελέα, οι Ρόδιοι που ίδρυσαν την Γέλα μαζί με Κρήτες και τη Μελιγουνίδα (Λιπάρα) μαζί με Κνιδίους, καθώς και οι Λοκροί που ίδρυσαν τους Επιζεφύριους Λοκρούς στην Σικελία.
Πολλές αποικίες της περιοχής έγιναν με την σειρά τους μητροπόλεις για νέες αποικίες όπως οι Συρακούσσες που ίδρυσαν την πόλη Καμάρινα στα νότια της Σικελίας ή η Ζάγκλη που πρωτοστάτησε στην ίδρυση της αποικίας Ιμέρα. Επίσης η Νάξος όπως είδαμε παραπάνω συμμετείχε στην ίδρυση πολλών αποικιών ενώ η πολή Σύβαρη ίδρυσε την αποικία Ποσειδωνία στα βόρειά της. Η πόλη Γέλα που ήταν αποικία Ροδίων και Κρητικών ίδρυσε την πόλη του Ακράγαντα.
Αποικίες στην Μαύρη Θάλασσα και στην Προποντίδα
Στον αποικισμό της Μαύρης Θάλασσας πρωτοστάτησαν οι Μεγαρείς και κάποιες Ιωνικές πόλεις όπως η Μίλητος, η Φώκαια και η Τέως. Οι περισσότερες αποικίες στην περιοχή του Πόντου και της Προποντίδας ιδρύθηκαν τον 7ο αιώνα π.Χ. Στην περιοχή της Προποντίδας οι Μεγαρείς ίδρυσαν τις πόλεις Αστακό, Χαλκηδόνα και Βυζάντιο σε ιδιαίτερα προνομιακές θέσεις. Η Μίλητος ίδρυσε την Κύζικο και οι Φωκαείς την Λάμψακο.
Στην περιοχή του Εύξεινου πόντου στις δυτικές ακτές οι Μεγαρείς ίδρυσαν τις πόλεις Σηλυμβρία και πολύ αργότερα την Μεσημβρία. Λίγο βορειότερα στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας οι Μιλήσιοι ίδρυσαν τις πόλεις Ίστρια και Οργάμη. Μία ακόμα πόλη που ίδρυσε η Μίλητος στην δυτική ακτή του Εϋξεινου Πόντου ήταν η Απολλωνία. Στα νότια του Εϋξεινου πόντου σημαντικότερη αποικία ήταν η Σινώπη που σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη ήταν αποικία της Μιλήτου. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσής της δεν είναι σήμερα γνωστή αλλά φαίνεται πως ιδρύθηκε κατά στα μέσα περίπου του 7ου αιώνα π.Χ. Η Σινώπη με την σειρά της ίδρυσε στην περιοχή του Πόντου τις πόλεις Τραπεζούντα, Κερασούντα, Κύτωρο, Κοτύωρα, Κρώμνα, Πτέριον, Τίειον κ.α. Σημαντική πόλη που ιδρύθηκε στην νότια ακτή του Εύξεινου Πόντου ήταν επίσης η Μεγαρική αποικία Ηράκλεια που ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ..
Στην βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας κυριάρχησε η Μίλητος. Οι αποικίες της Μιλήτου σ' αυτή την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας ήταν η Ολβία και το Παντικάπαιο (σημερινό Κερτς). Κατά την διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. οι Μιλήσιοι ίδρυσαν στην περιοχή της σημερινής Ουκρανίας την Οδησσό. Βορειότερα από τις εκβολές του Δούναβη οι Έλληνες αποίκησαν ένα νησάκι, το σημερινό Μπερεζάν (πιθανόν τότε να ήταν χερσόνησος). Αυτό βρίσκεται στις εκβολές των ποταμών Μπουγκ (για τους αρχαίους Έλληνες, ποταμός Ύπανις) και Δνείπερου (οι αρχαίοι τον όνόμαζαν Βαρυσθένη). Η νησίδα ή χερσόνησος ονομαζόταν από τους αρχαίους Βαρυσθενίδα. Απέναντι από αυτήν, βρισκόταν ήδη ή οικοδομήθηκε αργότερα η Ολβία. Δίπλα στην Ολβία οικοδομήθηκε άλλη μία ελληνική αποικία -αυτή είχε ως μητρόπολη την Ιστρία.
Στη χερσόνησησο της Κριμαίας (οι Ελληνες τότε την ονόμαζαν Ταυρική Χερσόνησο ή Χερσόνησο των Ταύρων) ιδρύθηκαν επίσης οι πόλεις Συμφερόπολη (κοντά στο σημερινό Ζολοτόι), Νυμφαίον και Ερμώνασσα (κοντά στο σημερινό Κεκουβάτσκ). Στην Αζοφική Θάλασσα (Μαιώτιδα Λίμνη για τους αρχαίους) ιδρύθηκε η Ταναϊδα (στο Ροστόφ), η Τυριτάκη, το Μυρμήκιον, η Κερκίνη και η Φαναγορεία -η τελευταία ήταν αποικία Τηίων.
Στα ανατολικά παράλια που ανήκαν στην αρχαία Κολχίδα και τα οποία σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν κυρίως στη Γεωργία και στην αυτόνομη περιοχή της Αμπχαζίας,Έλληνες ίδρυσαν την πόλη Φάσι και τη Διουσκουριάδα. Η τελευταία ονομάστηκε Σεβαστούπολη από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς και εκεί βρίσκεται σήμερα το Σουχούμι) -τα ερείπια των αρχαίων και βυζαντινών κτισμάτων βρίσκονται κυρίως κάτω από το νερό πλέον.
Αποικίες στην υπόλοιπη Μεσόγειο


Ο Οδυσσέας στο νησί των Σειρήνων. Η Οδύσσεια αποτύπωνε στοιχεία αυτής της περιόδου
Οι ελληνικές αποικίες εξαπλώθηκαν μέχρι την Ισπανία και την βόρεια Αφρική. Στην Βόρεια Αφρική, στην χερσόνησο της Κυρηναϊκής άποικοι από την Θήρα, ίδρυσαν την Κυρήνη, που εξελίχθηκε σε πολύ ισχυρή πόλη της περιοχής. Άλλες αποικίες στην Κυρηναϊκή που αποτέλεσαν αργότερα μαζί με την Κυρήνη την Κυρηναϊκή Πεντάπολη ήταν η Βάρκη, οι Ευεσπερίδες (στην θέση της σημερινής Βεγγάζης), η Ταύχειρα και η Απολλωνία.
Στην βόρεια πλευρά της Μεσογείου οι Φωκαείς, ίδρυσαν στις ακτές της Γαλλίας την Μασσαλία. Η Μασσαλία με την σειρά της έγινε βάση για την ίδρυση ακόμα πιο απομακρυσμένων αποικιών στην περιοχή της Ισπανίας. Η Φώκαια ίδρυσε επίσης στην Κορσική την πόλη Αλαλία και στην Σαρδηνία την Ολβία. Οι Φωκαείς έφτασαν μέχρι τις ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ένας τοπικός βασιλιάς προσκάλεσε τους Φωκαείς να ιδρύσουν μία αποικία στην περιοχή και τους παρείχε χρηματική βοήθεια για την οχύρωση της πόλης. Οι Φωκαείς στην περιοχή αυτή ίδρυσαν το Εμπόριο και αργότερα το ακόμα πιο απομακρυσμένο Ημεροσκοπείον.
Κατά τα μέσα του 7ου αιώνα ιδρύθηκε και η μοναδική ελληνική αποικία στην Αίγυπτο, ή Ναύκρατη. Ο Φαραώ Ψαμμήτιχος Α΄ της Αιγύπτου παραχώρησε σε Μιλήσιους εμπόρους μία έκταση στις όχθες του Νείλου για να ιδρύσουν έναν εμπορικό σταθμό ο οποίος εξελίχθηκε σε ακμάζουσα πόλη μέχρι την Περσική εισβολή στην Αίγυπτο το 525 π.Χ.