Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ

Οι Διόσκουροι ήταν παιδιά του Δία και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Ήταν προστάτες των καραβιών και των ναυτικών. Οι Έλληνες τους λάτρευαν και τους τιμούσαν σαν θεούς, ενώ συχνά ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Ήταν οι προστάτες και σωτήρες των θνητών. 
Σύμφωνα με το μύθο, η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε δυο αβγά. Από το πρώτο γεννήθηκε η Ελένη, ενώ από το δεύτερο δύο δίδυμα αγόρια, οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Κάστορας ήταν γιος του νόμιμου συζύγου της Λήδας, του Τυνδάρεου, βασιλιά της Σπάρτης, και γι' αυτό ήταν θνητός, ενώ ο Πολυδεύκης ήταν γιος του Δία και επομένως αθάνατος. Ο Όμηρος τοποθετεί τη γέννησή τους στον Ταΰγετο, άλλοι κοντά στο νησί Πέφιο και τέλος μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι ο Ερμής τους μετέφερε στην αχαϊκή πόλη Πελλήνη, όπου και μεγάλωσαν.Οι δυο νέοι ήταν αχώριστοι και κέρδιζαν πάντοτε το θαυμασμό και τη συμπάθεια των γύρω τους για την ευγένεια της ψυχής, το θάρρος, τη γενναιότητα και τις ικανότητές τους. 
Ο Κάστορας αναδείχτηκε σε ασύγκριτο καβαλάρη και δαμαστή αλόγων, ενώ ο Πολυδεύκης σε ατρόμητο και ανίκητο πυγμάχο. Πολυάριθμοι θρύλοι γεννήθηκαν γύρω από τα πρόσωπα αυτών των μυθικών ηρώων. Από τους πιο γνωστούς είναι οι εξής:
Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πειρίθου, αρχηγό των Λαπήθων, έκλεψαν την πανέμορφη Ελένη, σε ηλικία εφτά και κατ' άλλους έντεκα χρόνων, μέσα από το ναό της Ορθίας Αρτέμιδας, οι Διόσκουροι ξεκίνησαν εκστρατεία για να ελευθερώσουν την αδερφή τους. Τη νεαρή Ελένη είχε κρύψει η μητέρα του Θησέα Αίθρα στις Αφίδνες. Οι Διόσκουροι, αφού νίκησαν το βασιλιά των Αφιδνών, τον Αφίδνα, ελευθέρωσαν την αιχμάλωτη Ελένη και κατέστρεψαν την πόλη του Θησέα την Αθήνα.Ένας ναός στο Άργος αφιερωμένος στην Ελευθερία θεωρείται ότι χτίστηκε από την Ελένη, σε ανάμνηση του γεγονότος της απελευθέρωσής της από τον Θησέα. Το παιδί που γεννήθηκε από τον παράνομο αυτόν έρωτα ήταν κατά την παράδοση η Ιφιγένεια, την οποία η Ελένη εμπιστεύτηκε στην αδερφή της Κλυταιμνήστρα, σύζυγο του Αγαμέμνονα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Διόσκουροι πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία για την αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος. Η συμβολή τους στην επιτυχία της εκστρατείας ήταν μεγάλη. Ο Πολυδεύκης σκότωσε το βασιλιά των Βεβρύκων Άμυκο ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, αφού τον νίκησε, του χάρισε τη ζωή. Οι Διόσκουροι πολέμησαν, μαζί με τους υπόλοιπους Αργοναύτες, το φοβερό χάλκινο γίγαντα Τάλω, που εμπόδιζε οποιονδήποτε ξένο να πατήσει τη γη του βασιλιά Μίνωα, στην Κρήτη. Τον Τάλω, κατά το μύθο, εξόντωσε η Μήδεια. Όταν, ακόμα, η Αργώ κινδύνευε να βυθιστεί από τα μανιασμένα κύματα, κάπου κοντά στα παράλια της Θράκης, οι Διόσκουροι έσωσαν το πλοίο και τους συντρόφους τους. Δυο φωτεινά αστέρια κατέβηκαν από τον ουρανό και στάθηκαν πάνω από τα κεφάλια των θρυλικών ηρώων. Τα κύματα ημέρωσαν, η θάλασσα γαλήνεψε και η Αργώ συνέχισε το ταξίδι της. Οι Διόσκουροι φέρονται ακόμη να πολέμησαν και ενάντια στους γιους του Ιπποκόοντα, που είχαν διώξει τον Τυνδάρεο από το θρόνο της Σπάρτης.
Σχετικά με το τέλος των δυο ηρώων υπάρχουν αρκετές εκδοχές που πλέκονται γύρω από τον ίδιο βασικά μύθο. Τη σύγκρουση των Διόσκουρων με τους Λυγκέα και Ίδα, γιους του Αφαρέα, αδερφού του Τυνδάρεου. Ο Ίδας ήταν, κατά τον Όμηρο, ο δυνατότερος των θνητών, ενώ ο Λυγκέας είχε τόσο διαπεραστικά μάτια που τρυπούσαν ακόμη και μέταλλα.Τα τέσσερα ξαδέρφια μάλωσαν κάποτε στη μοιρασιά ενός κοπαδιού από βόδια. Τη μοιρασιά είχε αναλάβει ο Ίδας. Πρότεινε να κόψουν ένα βόδι στα τέσσερα και να το μοιραστούν. Όποιος θα έτρωγε γρηγορότερα το μερίδιό του, θα κέρδιζε το μισό κοπάδι, ενώ ο δεύτερος το άλλο μισό. Οι υπόλοιποι δέχτηκαν. Ο Ίδας όμως αφού έφαγε γρήγορα το δικό του κομμάτι, έφαγε και το μερίδιο του αδερφού του.
Κέρδισε λοιπόν και πήρε όλο το κοπάδι στην πατρίδα του, τη Μεσσηνία. Θυμωμένοι οι Διόσκουροι, εισέβαλαν στη Μεσσηνία, πήραν την αγέλη και έστησαν καρτέρι στα δυο αδέρφια.
Ο Πολυδεύκης σκότωσε τον Λυγκέα, αλλά ο Ίδας σκότωσε τον Κάστορα. Κατ' άλλους απλώς τον τραυμάτισε, αλλά τη στιγμή εκείνη επενέβη ο Δίας. Έριξε τον κεραυνό του και έκαψε τον Ίδα μαζί με τον άμοιρο Κάστορα που βρισκόταν δίπλα του. Απαρηγόρητος ο Πολυδεύκης παρακάλεσε τον πατέρα του, τον Δία, να λυπηθεί τον αγαπημένο του αδερφό και να του χαρίσει τη ζωή, γιατί ούτε γι' αυτόν πια θα είχε κανένα νόημα η ζωή. Ο Δίας, που εισάκουσε τις παρακλήσεις του γιου του, εμφανίστηκε μπροστά του. Η μοίρα του Κάστορα δεν μπορούσε ν' αλλάξει, γιατί των θνητών η μοίρα είναι ο θάνατος και ο Κάστορας ήταν γιος ενός θνητού, του Τυνδάρεου.
Ο Πολυδεύκης όμως είχε μπροστά του δύο επιλογές: ή να ζήσει για πάντα στον Όλυμπο, μαζί με τους αθάνατους, ή να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του και να ζει τη μισή του ζωή στον ουρανό και την άλλη μισή κάτω από τη γη. Χωρίς άλλη σκέψη, ο Πολυδεύκης δέχτηκε τη δεύτερη επιλογή. Από τότε τα δυο αδέρφια ζουν εναλλάξ στον ουρανό. Με το μύθο αυτόν οι Έλληνες προσπαθούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο της ανατολής και της δύσης, του ήλιου και της σελήνης. Ο πανίσχυρος και αθάνατος Ήλιος, -που είναι ο Πολυδεύκης- χάνεται κάθε βράδυ κάτω από τη Γη, για το χατίρι της Σελήνης -του Κάστορα- που την ίδια στιγμή παίρνει τη θέση του στον ουρανό.
Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή οι Διόσκουροι συγκρούστηκαν με τους Αφαρίδες, γιατί οι πρώτοι έκλεψαν τις κόρες του Λεύκιππου, Φοίβη και Ιλάειρα, την ημέρα που γίνονταν οι γάμοι τους με τον Ίδα και τον Λυγκέα. Οι Αφαρίδες όμως τους κυνήγησαν και στη σύγκρουση σκοτώθηκαν ο Ίδας και ο Λυγκέας, καθώς και ο άμοιρος Κάστορας, κατ' άλλους από το χέρι του Ίδα και κατ' άλλους από τον κεραυνό του Δία. Τότε ο απαρηγόρητος Πολυδεύκης ζήτησε από τον Δία να μοιραστεί την τύχη του αδερφού του στη ζωή και στο θάνατο.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Ο ΓΛΑΥΚΟΣ


O Γλαύκος ήταν δαίμονας της θάλασσας και λατρευόταν σε πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Τον φαντάζονταν ως κήτος ή με ανθρώπινη μορφή, που είχε γένια από φύκια και όστρακα κολλημένα σ' όλο του το σώμα. Συνόδευε το Νηρέα στις θαλάσσιες περιπλανήσεις του, μαζί με τις Αλκυόνες και τις Νηρηίδες, το φίλο του Μελικέρτη και τα άλλα πνεύματα του νερού. Οι ναυτικοί απευθύνονταν σ' αυτόν, για να τους προστατέψει από τους κινδύνους, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν· τον αποκαλούσαν από σεβασμό "Γέροντα" ή "Γέρο θαλασσινό", όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Τρίτωνα, τον Πρωτέα και τον Νηρέα. Πίστευαν πως μια φορά το χρόνο διέσχιζε τις θάλασσες και επισκεπτόταν όλα τα νησιά και τα λιμάνια, για να δείξει σ' όλους την αγάπη του. Όπως και άλλοι θεοί της θάλασσας, είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα έλεγαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε μαθητεύσει κοντά του.
Ο παλιότερος μύθος για τον Γλαύκο προέρχεται από την παραλιακή πόλη Ανθηδόνα της Βοιωτίας, απέναντι από την Εύβοια. Οι ψαράδες εκεί διηγούνταν πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε συνάδελφός τους. Μια μέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένος σ' ένα λιβάδι για να ξεκουραστεί από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει δάγκωσε το χορτάρι -το ίδιο που και ο ίδιος ήταν ξαπλωμένος- ξαναζωντάνεψε κι έπεσε στη θάλασσα. Έκπληκτος αποφάσισε να δοκιμάσει και ο ίδιος· ένιωσε τότε μια υπερκόσμια δύναμη και πήδηξε στη θάλασσα. Οι θεοί θέλησαν να τον κρατήσουν ανάμεσά τους ως αθάνατο και του αφαίρεσαν τη θνητή του υπόσταση.
Μεταγενέστεροι μύθοι έλεγαν πως πήδησε στη θάλασσα από απελπισία, επειδή οι θεοί τον έκαναν βέβαια αθάνατο, δεν του χάρισαν όμως και την αιώνια νεότητα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή ήταν ότι λούστηκε στα νερά μιας πηγής που χάριζε την αθανασία. Επειδή οι συμπατριώτες του δεν τον πίστεψαν κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αποδείξει τη νέα του φύση, έπεσε στη θάλασσα. Τέλος, έλεγαν ότι ο Γλαύκος ρίχτηκε στο πέλαγος από αγάπη για τον αγαπημένο του φίλο Μελικέρτη· ο Μελικέρτης ήταν θνητός, που πριν τον Γλαύκο είχε πέσει στη θάλασσα και οι θεοί τον είχαν κάνει αθάνατο. Ως θαλασσινός δαίμονας ονομαζόταν έπειτα Παλαίμονας.
Παππούς του Γλαύκου ήταν ο Λάρυμνος και ως γονείς του αναφέρονται οι ακόλουθοι: ο Ανθηδόνας και η Αλκυόνη, ο Πόλυβος και η Εύβοια, ο Κοπέας και η Εύβοια ή ο Ποσειδώνας και κάποια Ναϊάδα. Πίστευαν πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει την Ύδνα, κόρη ενός περίφημου δύτη, του Σκύλλου, καθώς και τη Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας. Τη Σύμη την απήγαγε και την έφερε στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σ' ένα νησάκι. Από τότε το νησί αυτό έχει το όνομα της κόρης.
Ο Γλαύκος είχε αγαπήσει κι άλλες κοπέλες, οι έρωτές του αυτοί, όμως, ήταν άτυχοι. Είχε προσπαθήσει να κατακτήσει την όμορφη Σκύλλα, εκείνη όμως τον απέκρουσε. Εκείνος τότε, με τη βοήθεια της Κίρκης ή του Ποσειδώνα, τη μάγεψε και την έκανε τέρας φοβερό.
Επίσης πλησίασε την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο. Ο Γλαύκος ήρθε τάχα να την παρηγορήσει, τον σταμάτησε όμως έγκαιρα ο Διόνυσος και τον έδεσε.Την ικανότητά του να προλέγει το μέλλον την είχε χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει αρκετούς ταξιδιώτες. Είχε παρουσιαστεί στον Μενέλαο, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, για να του προφητέψει τα μελλούμενα, καθώς και στους Αργοναύτες για το ταξίδι τους. ’λλωστε, είχε ήδη λάβει μέρος ο ίδιος στη ναυπήγηση του καραβιού τους, της Αργώς.
Οι ψαράδες, γενικά, τον φαντάζονταν να κάθεται ψηλά σ' ένα βράχο και να προλέγει τις συμφορές τους, θρηνώντας ταυτόχρονα για τη δική του αθανασία. Εκείνοι, κουρνιασμένοι στη βάρκα τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν' αποτρέψουν το κακό, με προσευχές στους θεούς να τους εξευμενίσουν.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

ΑΤΛΑΝΤΑΣ



O Άτλας ήταν η μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη. Ήταν γιος Τιτάνα ή Τιτάνας ο ίδιος, ενώ μπορεί να ήταν και ο αρχηγός των Τιτάνων, κατά μία εκδοχή. Πατέρας του ήταν ο Ιαπετός ή ο Ουρανός ή ο Αιθέρας ή ο Ποσειδώνας. Μητέρα του ήταν η Ωκεανίδα Κλυμένη ή η Ασία ή η Ημέρα ή η Λιβύη. Αδέρφια του Άτλαντα ήταν ο Προμηθέας, ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος, ενώ ως σύζυγοί του αναφέρονται η Αίθρα, που ήταν κόρη του Ωκεανού, ή η Πλειόνη, επίσης Ωκεανίδα, ή ακόμη η Εσπερίδα, η κόρη του Έσπερου, που θεωρούνταν επίσης αδερφός του.
Από τα παιδιά του Άτλαντα, τα περισσότερα ήταν αστέρια του Ουρανού: ο Υάς, οι Υάδες, καθώς και οι εφτά Πλειάδες, τ' αστέρια της Πούλιας. Γιος του ήταν επίσης ο Έσπερος, γνωστός για την ευσέβεια του χαρακτήρα του. Ο Άτλαντας είχε και δύο κόρες που δεν ήταν αστέρια: την Πασιφάη, που έγινε μητέρα του Άμμωνα, και την Καλυψώ, που αγάπησε τον
Οδυσσέα και προσπάθησε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της.
Ας δούμε όμως ποιες ήταν οι Πλειάδες. Λέγονταν επίσης και Ατλαντίδες ή Εσπερίδες και ζευγάρωσαν με μεγάλους θεούς. Έφεραν στον κόσμο θεούς ή γενάρχες και μάλιστα οι τέσσερις απ' αυτές έσμιξαν με τον Δία. Οι Πλειάδες ήταν οι εξής: η Αλκυόνη, η Μερόπη, η Στερόπη, η Κελαινώ, η Ηλέκτρα, η Ταϋγέτη και η Μαία. Η Μαία ήταν η πιο ξακουστή, γιατί έγινε η μητέρα του Ερμή, του πονηρού φτερωτού θεού. Βλέποντας τη γενιά του καθώς και τους απογόνους του, είναι φανερό ότι είχε συγγένεια με πολλά ουράνια σώματα και φαινόμενα. Πρόκειται λοιπόν για ένα θεό του Ουρανού.
Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας τιμώρησε τον Άτλαντα. Ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, ήταν μάλλον γιατί συμμάχησε με τους αντιπάλους του Δία, τους Τιτάνες, είτε γιατί μαζί με τα τρία αδέρφια του κρατούσαν γενικά περιφρονητική στάση απέναντι στον Δία ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν ως βασιλιά των θεών.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Δίας τον εκδικήθηκε, γιατί κατασπάραξε τον
Διόνυσο, μαζί με τους άλλους Τιτάνες.
Μετά την επικράτηση των Ολυμπίων οι τέσσερις γιοι του Ιαπετού εισέπραξαν την τιμωρία τους: ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος κατακεραυνώνονται και γκρεμίζονται από τον
Δία στο Έρεβος. Ο Προμηθέας καρφώνεται στον Καύκασο στο ανατολικό άκρο της Γης. Ο Άτλαντας βυθίζεται στα Τάρταρα βαθιά κάτω από τη Γη στο δυτικό άκρο, κοντά στα σύνορα του Χάους, εκεί όπου οι Εσπερίδες φυλάνε τα χρυσά μήλα και στο σημείο που βρίσκονται οι ρίζες της Γης, του Πόντου, του Ουρανού και του Τάρταρου.
Στο εξής θα ήταν καταδικασμένος να στηρίζει με τη δύναμή του τον Ουρανό πάνω από τη Γη.
Οι άνθρωποι πίστευαν εκείνη την εποχή πως ο Κόσμος ήταν σαν ένα τεράστιο κτίριο με θεμέλια, κίονες και οροφή. Ο Άτλας θα κρατούσε την κολόνα ή τις κολόνες, όπου πατά ο Ουρανός στη Γη ή τον άξονα του Κόσμου.
Άλλοι πάλι φαντάζονταν πως θα σήκωνε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού ή τον Ουρανό και τη Γη μαζί.
Το καθήκον του Άτλαντα και ο ρόλος του αντικατοπτρίζεται και στο όνομά του: συγγενεύει με το επίθετο "αταλάντευτος", που σημαίνει στερεός, σταθερός, ανθεκτικός, αυτός που υπομένει να σηκώνει βάρη. Οι ποιητές τον χαρακτήριζαν πνεύμα ισχυρό και ακλόνητο.
Επιπλέον, ο Άτλαντας, λόγω της θέσης του κατείχε απέραντη σοφία και γνώση οικουμενική! Ηξερε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα περίεργα που κρύβονται στις αβύσσους του Ωκεανού. Γνώριζε τα μυστικά του Ουρανού, όπως και το ότι ο Κόσμος είναι μια μεγάλη σφαίρα.
Κάποτε ο
Ηρακλής έρχεται σ' αυτά τα μακρινά μέρη για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων και να πραγματοποιήσει έτσι έναν από τους δώδεκα άθλους του. Συναντά τον Άτλαντα, που πηγαίνει ο ίδιος να φέρει τα μήλα από τον κήπο των Εσπερίδων, αφήνοντας για λίγο το φορτίο του στους ώμους του Ηρακλή. Ο Άτλας όμως σκέφτηκε πονηρά, θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και ν' απαλλαγεί από τα βάσανά του, προτείνοντας στον Ηρακλή να πάει ο ίδιος τα μήλα στον Ευρυσθέα, βασιλιά του Άργους, που τα είχε ζητήσει από τον ήρωα. Εκείνος, ευτυχώς, ήταν προσεκτικός -όπως τον είχε συμβουλέψει ο Προμηθέας- τον οποίο είχε ήδη ελευθερώσει ο Ηρακλής από τα δεσμά του στον Καύκασο. Έτσι κατάλαβε το τέχνασμα του Άτλαντα και προσποιήθηκε πως δέχεται. Ζήτησε τότε από τον Τιτάνα να ξαναπάρει για μια στιγμή το φορτίο, ώστε ο ίδιος να βάλει στον ώμο του, που δήθεν πονούσε από το βάρος, ένα μαξιλαράκι. Ο Άτλας τον πίστεψε, το ξαναφορτώθηκε τάχα για λίγο και ο Ηρακλής μπόρεσε να επωφεληθεί από την αλλαγή πήρε τα μήλα κι έφυγε, αφήνοντας πίσω του τον Άτλαντα, αιώνια καταδικασμένο.
Υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή. Ληστές είχαν αρπάξει τις κόρες του Άτλαντα, τις Εσπερίδες. Ο Ηρακλής καταφέρνει να τους σκοτώσει και να ξαναφέρει τις κόρες πίσω στον πατέρα τους. Εκείνος τότε, για να τον ανταμείψει, του μεταφέρει τις απέραντες γνώσεις του, τα μυστικά του Ουρανού και την αστρονομία.
Κάποτε και ο Περσέας έφτασε στα μέρη του Άτλαντα. Αυτός όμως του φέρθηκε εχθρικά και προσπάθησε να εξοντώσει τον Περσέα. Ο Περσέας κρατούσε μαζί του τη φοβερή κεφαλή της Μέδουσας, που απολίθωνε όποιον την κοιτούσε. Μ' αυτόν τον τρόπο εξουδετερώνει τον Άτλαντα και τον μετατρέπει σε ψηλό βράχο, είναι από τότε ένα πελώριο βουνό που αλλιώς το έλεγαν κολόνα του Ουρανού και που, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν στη σημερινή Λιβύη της Αφρικής έξω από τη Μεσόγειο, προς την πλευρά του Ωκεανού, γι' αυτό και ο Ωκεανός ονομάζεται Ατλαντικός. Άλλοι τον τοποθετούσαν σε χώρα ακόμα πιο μακρινή.
Ένας άλλος μύθος μας πληροφορεί ότι ο Άτλαντας ήταν ο πρωτότοκος γιος του
Ποσειδώνα. Ο ίδιος τον είχε ορίσει βασιλιά σ' ένα παραμυθένιο νησί, πέρα από τον Ωκεανό. Το νησί αυτό ονομάστηκε από τον ίδιο Ατλαντίδα.
Ο ρόλος του Άτλαντα είναι, όπως είδαμε, να κρατά τον Ουρανό, καθώς στέκεται ανάμεσα σ' αυτόν και στη Γη. Μ' αυτή την έννοια, ο Άτλαντας είναι ένας τρόπος να συμβολίζεται η πράξη της δημιουργίας του Κόσμου. Ο Κόσμος προέκυψε από το Χάος, που μέχρι τότε επικρατούσε και όπου όλα ήταν ανακατεμένα μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα στοιχεία του Σύμπαντος χωρίστηκαν και ο Κόσμος διακρίθηκε στα μέρη του. Έτσι και ο Άτλαντας χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη, κάτι δηλαδή σαν αυτό που είχε πράξει ο Κρόνος για πρώτη φορά.
Φαίνεται πως για τους αρχαίους ο Άτλας και οι τέσσερις γιοί του Ιαπετού συμβόλιζαν τους ακρογωνιαίους λίθους στο οικοδόμημα του κόσμου, καθώς και τα σημεία προσανατολισμού τους. Επίσης, με τη θέση και τις απέραντες γνώσεις που είχε θεωρούνταν δικαιολογημένα ο εφευρέτης και πρώτος δάσκαλος της αστρονομίας.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ


Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές της ελληνικής μυθολογίας είναι ο Ασκληπιός. Το όνομά του έχει συνδεθεί με την επιστήμη της ιατρικής και θεωρείται μάλιστα ότι ήταν ο πρώτος γιατρός.
Γιος ενός θεού και μιας θνητής, ο Ασκληπιός δε συγκαταλεγόταν στους ισχυρούς θεούς που κατοικούσαν στον Όλυμπο, αλλά θεωρούνταν απλός ήρωας, που είχε θεϊκή καταγωγή. Υπήρξε όμως ιδιαίτερα αγαπητός στους ανθρώπους, που τον τιμούσαν και τον σέβονταν. Ίσως επειδή δεν ήταν απλησίαστος και δεν προκαλούσε φόβο όπως οι υπόλοιποι θεοί. Αντίθετα, η θέση του ήταν πάντα κοντά στους ανθρώπους, για το καλό των οποίων πρόσφερε τις γνώσεις του.
Η φήμη του είχε απλωθεί σ' όλο τον ελλαδικό χώρο, αλλά κι έξω απ' αυτόν. Ο ιατρός θεός φρόντιζε να εξαπλωθεί η ιατρική και να θεραπεύονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι, να χτίζει ειδικά κτίρια όπου εκεί συγκεντρώνονταν οι ασθενείς αναζητώντας θεραπεία. Τη δραστηριότητά του συνέχιζαν στα ιερά του Ασκληπιού οι ιερείς του, οι Ασκληπιάδες.
 Ήταν τόσο μεγάλη η λατρεία του Ασκληπιού που αντιμετωπιζόταν ισοδύναμα με τους άλλους θεούς. ’λλωστε κι ο Ασκληπιός, όπως κι ο Ηρακλής, στο τέλος αποθεώθηκε, έγινε δηλαδή δεκτός στη θεϊκή κατοικία του Ολύμπου.
Η καταγωγή του, όπως είπαμε, ήταν θεϊκή. Υπήρξε ο καρπός ενός από τους πολλούς έρωτες του Απόλλωνα. Ο ωραίος θεός ερωτεύτηκε μια βασιλοπούλα, την όμορφη Κορωνίδα, κι απέκτησε μ' αυτήν ένα γιο. Προτού όμως γεννηθεί το βρέφος η νέα παραδόθηκε στον έρωτα ενός ξένου, που λεγόταν Ισχύς. Γρήγορα μετάνιωσε για την επιπόλαιη πράξη της, ήταν όμως πλέον αργά. Ο Απόλλωνας, που κατάλαβε την απάτη της, εξοργισμένος ζήτησε από την αγαπημένη του αδερφή, την ’ρτεμη, να τιμωρήσει τη νεαρή Κορωνίδα για την ασέβειά της. Η Ολύμπια θεά τότε σκότωσε με τα βέλη της την ίδια κι άλλες γυναίκες μαζί. Ίσως μάλιστα αυτή να ήταν η αιτία μιας μεγάλης θανατηφόρας επιδημίας που έπεσε στην περιοχή. Γι' αυτό πολλές φωτιές άναβαν για να καίνε τα πτώματα.
Όταν οι ανελέητες φλόγες τύλιξαν το νεκρό σώμα της βασιλοπούλας, ο Απόλλωνας που παρακολουθούσε, δεν άντεξε να βλέπει να πεθαίνει μαζί της και το παιδί του. Αμέσως όρμησε στη φωτιά, έβγαλε από την κοιλιά της μητέρας του το ζωντανό ακόμη βρέφος και το πήγε στη Μαγνησία, στον Κένταυρο Χείρωνα. 

Ο Κένταυρος γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες των βοτάνων. Μεγαλώνοντας κοντά του ο Ασκληπιός έμαθε την ιατρική τέχνη. ’ρχισε να γίνεται μάλιστα τόσο γνωστός για τις θεραπευτικές του ικανότητες, ώστε από κάθε γωνιά της Ελλάδας έρχονταν να τον βρουν άνθρωποι άρρωστοι ή τραυματισμένοι, απογοητευμένοι, πολλές φορές, ότι θα γίνουν μια μέρα καλά. Ο Ασκληπιός τους διέψευδε και θεράπευε κάθε είδος νοσήματος. ’λλοτε τους έδινε την υγειά τους με βότανα, άλλοτε με θαυματουργικές αλοιφές που κατασκεύαζε ο ίδιος κι άλλοτε με μαγικά και προσευχές. ’λλους θεράπευσε από τη μανία, όπως λένε ότι έκανε στις κόρες του Προίτου, όταν η Ήρα τους έστειλε τρέλα. ’λλους τους έκανε και πάλι να περπατήσουν και σ' άλλους έδινε πίσω το φως τους.

Ενδεικτικό της μεγάλης δραστηριότητας που ανέπτυξε είναι ότι βρέθηκαν πάρα πολλά ιερά του διασκορπισμένα στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, πολλά δημιουργήθηκαν από τους ιερείς του. Το πιο ξακουστό είναι το Ασκληπιείο της Επιδαύρου και ακολουθούν της Αθήνας, της Κως, απ' όπου κατάγεται και ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης ο Ιπποκράτης, και της Περγάμου. Όταν οι ασθενείς προσέρχονταν στο ιερό αναζητώντας θεραπεία, δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος, παρά μετά τον εξαγνισμό τους. Έπλεναν το σώμα τους, τελούσαν θυσία προς το θεό και έκαναν αυστηρή νηστεία. Το βράδυ γίνονταν δεκτοί στο ιερό όπου και θα περνούσαν τη νύχτα τους.
Ο Ασκληπιός, ως γιος του Απόλλωνα, είχε και μαντικές ικανότητες ή όπως πιστεύουν πολλοί φανέρωνε στους θνητούς τις αποκαλύψεις του πατέρα του σ' αυτόν, όπως παράδειγμα έκανε κι η Πυθία. Είτε αυτό ήταν αληθινό είτε όχι, ο Ασκληπιός έδινε πάντως τις ιατρικές του συνταγές με τη μορφή χρησμών. Οι ιερείς του υποστήριζαν, στους ασθενείς που διανυκτέρευαν στο ιερό του, πως ο θεός θα τους επισκεφτεί με μορφή ονείρου και θα τους φανέρωνε το φάρμακο που θα τους θεράπευε
. Ο μεγάλος ιατρός θεός όμως, όχι απλά θεράπευε κάθε ασθένεια, αλλά μπορούσε ν' αναστήσει ακόμη και νεκρούς. Έτσι όταν η θεά ’ρτεμη του ζήτησε ν' αναστήσει τον αγαπημένο της Ιππόλυτο, τον επανέφερε στη ζωή.

Αυτή η θαυματουργική ικανότητά του στάθηκε αιτία του θανάτου του. Λέγεται ότι με την ανάσταση κάποιου νεκρού θύμωσε πολύ ο Δίας και τυφλωμένος από την οργή του χτύπησε τον Ασκληπιό με τον κεραυνό του.
’λλοι λένε ότι δεν ήταν η προσωπική οργή που έσπρωξε το βασιλιά των θεών να σκοτώσει τον Ασκληπιό, αλλά η οργή του ’δη. Ο θεός του Κάτω Κόσμου διαμαρτυρήθηκε στον Δία πως ο γιος του Απόλλωνα δεν άφηνε τους ανθρώπους να πεθάνουν, κι όλο και λιγότεροι έρχονταν στο βασίλειό του.
Ο πατέρας του, ο Απόλλωνας, πληγώθηκε βαθιά για το χαμό του γιου του. Τον είχε ήδη σώσει από το θάνατο μια φορά, όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Όμως, αυτή τη φορά ήταν ανήμπορος ν' αντιδράσει. Ήταν τόση η λύπη και η οργή του, που για να εκδικηθεί για το θάνατο του αγαπημένου του γιου, σκότωσε τους Κύκλωπες. Αυτοί είχαν δωρίσει στον Δία τον κεραυνό που κρατούσε πάντα στο χέρι του και που μ' αυτόν έκοψε το νήμα της ζωής του Ασκληπιού. 

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΧΑΡΙΤΕΣ


Οι Χάριτες στην αρχαιότητα συμβόλιζαν ό,τι πιο ευγενικό, όμορφο και αγνό υπήρξε ποτέ στη Γη. Ήταν το ιδανικό της σεμνότητας, της άψογης συμπεριφοράς και της ευπροσηγορίας. "Χάρις" σήμαινε, πρώτα πρώτα, χαρά· τη χαρά που εκπέμπει κανείς, όταν τον χαρακτηρίζουν ευγενικά συναισθήματα, μα και τη χαρά και την τέρψη που προκαλεί στους γύρω του. Η "Χάρις" ήταν ακόμη συνώνυμο της ίδιας της χάρης και της ερασμιότητας, καθώς και της ευεργεσίας και της ευγνωμοσύνης.
Ήταν κόρες του Δία και της Ωκεανίδας Ευρυνόμης. Υπήρχαν όμως και διάφορες άλλες εκδοχές για την καταγωγή τους. Μητέρα τους θεωρείται η Ήρα ή η Ευνομία ή η Λήθη ή η Αφροδίτη και πατέρας τους ο Ουρανός ή ο Διόνυσος. Υπήρχε, επίσης, ασάφεια σχετικά με το πόσες ήταν και πώς ονομάζονταν, καθώς και πολλές διαφορετικές εκδοχές από τόπο σε τόπο. Σε παλαιότερες εποχές ήταν μία ή δύο και ήταν γνωστές ως σύζυγοι μεγάλων θεών ή ως θεότητες στην υπηρεσία της Αφροδίτης. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει τη Χάρη, που ήταν σύζυγος του Ήφαιστου. Ακόμη διηγείται ότι μία από τις Χάριτες την παντρεύτηκε ο Ύπνος· του την είχε υποσχεθεί η Ήρα, ως αντάλλαγμα για να κοιμίσει εκείνος κρυφά τον Δία και να μπορέσουν οι θεοί να αναμιχθούν στον πόλεμο της Τροίας. Αργότερα οι Χάριτες επικράτησε να θεωρούνται ως τρεις αχώριστες αδερφές, κόρες του Δία και της Ευρυνόμης, με τα ονόματα Αγλαΐα, Ευφροσύνη και Θάλεια. Κατοικούσαν κοντά στην κορυφή του Ολύμπου κι από κει κανόνιζαν τα πάντα, υμνολογώντας ασταμάτητα τον πατέρα τους και βασιλιά των θεών. Τη ζωή τους την περνούσαν κυρίως σε γιορτές και ήταν απαραίτητες στα συμπόσια των θεών. Χωρίς αυτές οι κάτοικοι του Ολύμπου ούτε γλεντούσαν, ούτε χόρευαν. Κάθονταν συνήθως δίπλα στον Απόλλωνα και δοξολογούσαν τον Δία, ομορφαίνοντας τις συγκεντρώσεις με την παρουσία και τις μελωδικές φωνές τους. Ήταν, επίσης, μέλη της χορευτικής ομάδας του Ολύμπου, μαζί με την Ήβη, τον Γανυμήδη, τις Ώρες, την Αρμονία και την Αφροδίτη. Ήταν άλλωστε φίλες της μουσικής, των ασμάτων, της ποίησης, του χορού και της ρητορικής και τις βρίσκουμε πολύ συχνά μαζί με τις Μούσες. Όλα τα καλά των θνητών, όλα τους τα προτερήματα κι ό,τι αγαθό απολάμβαναν, οφείλονταν στις Χάριτες: η ομορφιά, η σοφία, η δόξα αλλά και η διασκέδαση, η ευχαρίστηση, η χαρά και η ευτυχία, ήταν δικό τους έργο. Πάνω απ' όλα όμως ήταν οι θεές της σωματικής χάρης και της ομορφιάς που μαγεύει. Ήταν αυτές που προίκιζαν τους ανθρώπους με θέλγητρα· με τα χαρίσματα, δηλαδή, που ωθούν τους ανθρώπους στον έρωτα και στην ηδονή, με την πιο ευγενική και σεμνή διάσταση που μπορούν αυτές οι έννοιες να πάρουν. Μ' αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη ζωή αποκτά νόημα και ουσία. Οι ίδιες οι Χάριτες, άλλωστε, είχαν πολλά χαρίσματα και ήταν ικανές να διεγείρουν την επιθυμία: τα μαλλιά, το πρόσωπο, τα χέρια τους είχαν λαμπερή ομορφιά και η συμπεριφορά τους ήταν αξιαγάπητη.
Οι Χάριτες μπορούν να παρομοιαστούν με μια "Τριπλή Αφροδίτη": ο "Αφροδισιακός" τους χαρακτήρας είναι εντελώς φανερός και διάχυτος. ’λλωστε, η Αφροδίτη ήταν η θεά με την οποία κυρίως σχετίζονται στη μυθολογία, καθώς πρόκειται για τη θεά της ομορφιάς και του έρωτα.

Οι Χάριτες τη συνόδευαν, μαζί με το θεό Έρωτα και την Πειθώ. Κάποτε η Αφροδίτη είχε μια δυσάρεστη περιπέτεια: βρέθηκε δεμένη στο δίχτυ του Ήφαιστου, μαζί με τον εραστή της, τον ’ρη. Κατέφυγε έπειτα στην Πάφο της Κύπρου, όπου οι Χάριτες ανέλαβαν να την περιποιηθούν: τη λούζουν, την αλείφουν με αθάνατο λάδι, την ντύνουν με υπέροχα ρούχα και τη στολίζουν. Με την ίδια επιμέλεια και με τον ίδιο τρόπο αναδεικνύουν την ουράνια ομορφιά της, όταν ετοιμάζεται να πάει να ξελογιάσει τον Τρώα Αγχίση. Ο αφροδισιακός χαρακτήρας των Χαρίτων προβάλλεται έντονα και μέσα από την τέχνη τους να κατασκευάζουν αρωματικά λάδια, με τα οποία έκαναν το δέρμα να ευωδιάζει κι ενίσχυαν, έτσι, την ερωτική επιθυμία. Οι ίδιες ήταν φημισμένες αρωματοποιοί. Οι Χάριτες είχαν σχέσεις με πολλούς άλλους θεούς, που ήταν πάντοτε αγαθές και καμιά έριδα δεν τις διατάρασσε ποτέ: με τον Διόνυσο, τη Δήμητρα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο, την Αθηνά· συνοδεύουν επίσης συχνά τον Δία και την Ήρα. Όταν ο Απόλλωνας άρχισε να κρούει τη λύρα του, πριν καλά καλά γεννηθεί, οι Χάριτες έστησαν χορό μαζί με άλλες θεές. Κι όταν η ’ρτεμη μπήκε μέσα στο ναό του αδερφού της, στους Δελφούς, εκείνες άρχισαν να υμνούν μαζί της τη Λητώ, τη μητέρα τους, παρέα με τις Μούσες. Ο Όλυμπος χωρίς αυτές δε θα είχε καμιά χάρη και στα συμπόσια πάντα η πρώτη κούπα ήταν αφιερωμένη σ' αυτές, στο Διόνυσο και στις Ώρες.
Τόποι λατρείας αφιερωμένοι στις Χάριτες υπήρχαν σε πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας - στην Αθήνα, μάλιστα, υπήρχε ναός τους στην Ακρόπολη και αγάλματά τους στημένα σε πολύ κεντρικά σημεία. Το αρχαιότερο ιερό τους βρισκόταν στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Εκεί υπήρχαν τρεις ακατέργαστες πέτρες, που έλεγαν ότι είχαν πέσει από τον Ουρανό. Αυτές τις θεωρούσαν προσωποποίηση των τριών Χαρίτων και σ' αυτές έκαναν προσφορές· πολύ αργότερα τους αφιέρωσαν αγάλματα. Η λατρεία αυτών των "ουρανοκατέβατων" λίθων φανερώνει ότι υπήρχε η άποψη της καταγωγής των Χαρίτων από τον Ουρανό, που πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν πατέρας τους. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι σε πολλά άλλα μέρη τα ονόματα κι η λατρεία τους σχετίζονται και με τη Σελήνη.
Στη Βοιωτία τελούνταν γιορτές προς τιμή τους, που ονομάζονταν "Χαρίτεια" και που ήταν μουσικοί και ποιητικοί αγώνες. Τη νύχτα οι πιστοί χόρευαν κι έπειτα πρόσφεραν γλυκίσματα από αλεύρι και μέλι. Οι γιορτές αυτές θύμιζαν πραγματικά "μυστήρια" και οι Χάριτες λατρεύονταν εκεί ως θεότητες της φύσης, οι οποίες πρόσφεραν γονιμότητα στο φυτικό κόσμο.