Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ


Οι Νύμφες ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την ’ρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η ’ρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές. Υμνούσαν με τις γλυκιές φωνές τους τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. ’λλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες θεωρούνταν γενικά κάτι μεταξύ θεών και θνητών, όχι καθαυτό θεές. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.
Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. ’λλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα.
Ήταν κατεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.
Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: 1) Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών και είναι οι πιο γνωστές, 2) Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και 3) Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, δηλαδή Νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες.Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Μέσα στις σπηλιές τους απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα με τον Ερμή ή τους Σιληνούς. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Αμαδρυάδες -που το όνομά τους σημαίνει "δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα"- τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσεκούρι. 

Ο λόγος ήταν ότι θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν χώροι αφιερωμένοι στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Κάποτε μια Νύμφη, εκεί που χόρευε με τις όμοιές της, χλόμιασε παρατηρώντας τη βελανιδιά της να κουνιέται πέρα δώθε. ’φησε το χορό γεμάτη ανησυχία· πολύ γρήγορα χάλασε η φλούδα, έπεσαν τα κλαδιά και ταυτόχρονα η ψυχή της Νύμφης πέταξε, αποχαιρετώντας το φως του Ήλιου. Οι Νύμφες, όταν βρέχει, χαίρονται, γιατί τρέφονται τα δέντρα, ή κλαίνε, όταν οι βελανιδιές χάνουν τα φύλλα τους.
Για τις Ναϊάδες, ιδιαίτερα, υπάρχουν πολλοί μύθοι, που αφορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγαν ότι κάποτε ο Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, πλησίασε σε μια πηγή, για να γεμίσει την υδρία του. Εκεί συνήθιζαν να μαζεύονται οι Νύμφες και να τραγουδούν ύμνους στην ’ρτεμη ολονυχτίς. Ο Ύλας είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που οι Νύμφες άρχισαν να συγκεντρώνονται και μια απ' αυτές, η Εφυδάτια, που κατοικούσε μέσα στην πηγή, σήκωσε το κεφάλι της και τον αντίκρισε. Θαμπώθηκε από τη θεϊκή του ομορφιά και τον ερωτεύτηκε. Εκείνος, σκυμμένος είχε βουτήξει την υδρία του μέσα στο νερό, χωρίς να υποπτεύεται πως κάποιος τον παρακολουθεί με προσοχή. Η Νύμφη θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και να τον φιλήσει· τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον τράβηξε μαζί της στο βυθό. Οι σύντροφοί του έψαξαν να τον βρουν, μα δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να εξηγήσουν την εξαφάνισή του. Πολύ γνωστές επίσης ήταν οι ιστορίες των ερώτων των Νυμφών με βοσκούς, που συνήθως έβοσκαν τα πρόβατά τους στις όχθες των ποταμών. Έπειτα οι Νύμφες έφερναν στον κόσμο γιους θνητούς, αλλά σοφούς και γενναίους.
Εξίσου ονομαστές ήταν οι ιστορίες για τους έρωτες του Απόλλωνα με Νύμφες και ιδιαίτερα η ιστορία της Δάφνης. Ο θεός την πολιορκούσε με μεγάλη επιμονή, χωρίς επιτυχία. Μόλις του δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, άρχισε να την κυνηγάει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να την αρπάξει, η Δάφνη παρακάλεσε απεγνωσμένα τη μάνα της, τη Γαία, να τη βοηθήσει. Τότε, πραγματικά, άνοιξε η γη και κατάπιε τη Δάφνη, ενώ στη θέση της φύτρωσε ένα φυτό που πήρε το όνομά της.
Μια άλλη Νύμφη, η Ωκυρρόη, κόρη ενός ποταμού της Σάμου, επιχείρησε να φύγει με μια βάρκα από το νησί, για να γλιτώσει από τα χέρια του θεού. Μάταια όμως προσπαθούσε, γιατί ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε το βαρκάρη που τη μετέφερε σε ψάρι και τη βάρκα της σε βράχο.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Νύμφες ήταν γνωστές τροφοί πολλών και σημαντικών θεών ή ηρώων· ήταν δηλαδή εκείνες που αναλάμβαναν την ανατροφή τους, όταν βρίσκονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Τους θήλαζαν και αποτελούσαν τις αντικαταστάτριες των μανάδων τους. Πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε απ' αυτές στην Κρήτη. Ακολουθούν η Ήρα, η Περσεφόνη, ο Ερμής, ο Πάνας και ο Διόνυσος. Από τότε οι Νύμφες αποτελούν μέλη του Διονυσιακού θιάσου, μαζί με τους Σατύρους. Ακόμη, η θεά Αφροδίτη είχε εμπιστευθεί τον Αινεία, το γιο της, στις Νύμφες του τρωικού βουνού Ίδη. Στις Ναϊάδες απέδιδαν διάφορες ιδιότητες: έλεγαν πως μπορούσαν να κάνουν τα νερά μιας πηγής ιαματικά, γι' αυτό και συχνά πρόσφεραν οι θνητοί θυσίες προς τιμή τους. Οι πιο ονομαστές περιπτώσεις Ναϊάδων με παρόμοιες ικανότητες βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και τη Σικελία· εκεί, στις θερμές πηγές της Ιμέρας, έλεγαν ότι πήγαινε ο Ηρακλής για ν' ανανεωθεί η δύναμή του.
Πίστευαν ακόμη πως οι Ναϊάδες είχαν ιατρικές θεραπευτικές ικανότητες, κυρίως λόγω της σχέσης τους με τον Απόλλωνα, καθώς και το χάρισμα να προφητεύουν τα μελλούμενα. Για την ακρίβεια, επικρατούσε η αντίληψη πως ήξεραν να ερμηνεύουν τη θέληση της ανώτερης θεότητας· η Ερατώ τις επιθυμίες του Πάνα ή η Δάφνη αυτές της Γαίας. Στο σπήλαιο Σφραγίδιο του βουνού Κιθαιρώνας υπήρχε μαντείο των Νυμφών, ενώ πολλοί θνητοί, προικισμένοι με μαντικές ικανότητες, έλεγαν πως τις ικανότητές τους τις είχαν λάβει από κείνες. Επίσης, θεωρούνταν μητέρες πολλών σοφών θνητών, μάντεων και γιατρών, όπως η Χαρικλώ του Τειρεσίας, η Φιλύρα του Χείρωνα και η Κορωνίδα, μάνα του Ασκληπιού.Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη σ' όλη την Ελλάδα, δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σ' αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν κοντά σε πηγές ή μέσα σε σπηλιές. Ο Οδυσσέας και οι κάτοικοι της Ιθάκης τις τιμούσαν με εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Συχνή ήταν και η ύπαρξη των βωμών τους μέσα σε ιερά άλλων θεών.Όμως οι Νύμφες δεν είχαν δράση πάντοτε ευεργετική για τους θνητούς κι υπήρχαν φορές που προκαλούσαν μεγάλο κακό. Αν, για παράδειγμα, τύχαινε να δει κανείς μια Νύμφη την ώρα που έκανε το λουτρό της μέσα στην πηγή, έχανε τα λογικά του. Ήταν, όμως, και γενικότερα ικανές να προκαλέσουν σύγχυση του νου στους θνητούς και να τους κάνουν τρελούς. Οι άνθρωποι που καταλαμβάνονταν από έκσταση κι ενθουσιασμό, έφευγαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά, όπου κρύβονταν μέσα σε σπηλιές.
Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή μας παράδοση μέχρι σήμερα· είναι οι γνωστές μας νεράιδες, που ζουν στα βουνά, στις νεραϊδοσπηλιές και τις νεραϊδόβρυσες. Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και "αλαφροΐσκιωτοι" μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε για μια φορά ακόμη το ότι οι Νύμφες λατρεύονταν ως στοιχεία των πηγών και των ποταμών, δηλαδή γενικότερα του νερού. Η σημασία του νερού ως δύναμη ζωής και γονιμότητας είναι μεγάλη και ζωτική σε μια μεσογειακή χώρα, όπως είναι η Ελλάδα. Το νερό είναι πηγή ζωής και βοηθά την ανάπτυξη και αναζωογονεί κάθε ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό και η αντίληψη για τις Νύμφες διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο: έφτασαν να τις θεωρούν πνεύματα της βλάστησης, θέλοντας έτσι να συμβολίσουν γενικότερα την οργιαστική δύναμη της φύσης. Κι όπως το νερό τρέφει τα πάντα, έτσι και οι Νύμφες θεωρούνταν τροφοί των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ - ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ


Ανάμεσα στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου συγκαταλεγόταν και ο θεός-βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας, γνωστός κυρίως ως ’δης (Αΐδης=αόρατος). Πολλές είναι οι παραδόσεις που κυριαρχούσαν στις αρχαίες ελληνικές πόλεις σχετικά με τον Κάτω Κόσμο, τους θεούς και τους δαίμονές του, μετά τον Όμηρο όμως επικράτησε ως μεγαλύτερη μορφή ο ’δης, βασιλιάς και κυρίαρχος του σιωπηλού κόσμου των νεκρών.
Ο Πλούτωνας ήταν ένας από τους τρεις γιους του Κρόνου και της Ρέας, μαζί με τον Δία και τον Ποσειδώνα. Όταν ο Δίας, βοηθούμενος απ' τη μητέρα του, κατόρθωσε με πονηριά να ξεγελάσει τον Κρόνο και να επαναφέρει στη ζωή τα δυο του αδέλφια, που είχε καταπιεί ο Κρόνος, άνοιξε μαζί του πόλεμο. Ο Κρόνος είχε συμμάχους και βοηθούς τους Τιτάνες, ενώ ο Δίας τους Κύκλωπες. Οι Κύκλωπες εφοδίασαν τα τρία αδέλφια με ακαταμάχητα όπλα. Στον Δία έδωσαν τον κεραυνό, στον Ποσειδώνα την τρίαινα, ενώ στον ’δη την κυνή (ή κυνέα), η οποία ήταν ένα κράνος (ή σκούφια σύμφωνα με άλλους) που τον έκανε αόρατο και αποτελούσε το σύμβολο της βαθιάς νύχτας.
Το τέλος του πολέμου βρήκε νικητές τα τρία αδέλφια, που αποφάσισαν να μοιράσουν με κλήρο τον Κόσμο. Ο Δίας έλαχε να είναι ο κυρίαρχος του Ουρανού, ο Ποσειδώνας της Θάλασσας, ενώ ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Έτσι ο Πλούτωνας βασιλεύει στο σκοτάδι του Κόσμου των Νεκρών, όπως ο Δίας είναι ο εξουσιαστής του φωτός του Επάνω Κόσμου των ζωντανών.
Κύριο σύμβολο της εξουσίας του Πλούτωνα η κυνή, η οποία σηματοδοτούσε τη βαθιά νύκτα μέσα στην οποία βασιλεύει ο θεός. Η κυνή κάνει αόρατο, όχι μόνο αυτόν, αλλά και οποιονδήποτε άλλο θεό τη φορά, όπως η Αθηνά, που χάρη σ' αυτήν κατόρθωσε να βοηθήσει τον προστατευόμενό της Διομήδη ξεφεύγοντας από το βλέμμα του ’ρη στην περίφημη ομηρική μάχη.
Ο Πλούτωνας έμενε πάντοτε κλεισμένος στον υπόγειο κόσμο του, τον οποίο σκέπαζαν ακίνητα νέφη και αιώνια ομίχλη. Ήταν μια αρκετά μεγάλη έκταση κάτω από τη γη, πέρα από τα σύνορα του ορατού κόσμου και ακόμη πέρα από τον ποταμό Ωκεανό. Υπάρχει βλάστηση στη σκοτεινή τούτη χώρα, αλλά τα φυτά της δεν ανθίζουν και δεν καρποφορούν. Απέραντες εκτάσεις ασφόδελων τη στολίζουν και τη φρουρεί μέρα νύχτα ο Κέρβερος, το τρομαχτικό σκυλί με τα τρία κεφάλια και τη φιδίσια ουρά. Όλοι γίνονται δεκτοί στον Κάτω Κόσμο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον τρομερό αυτόν φύλακα και να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο. Μόνο ο Ηρακλής, εκτελώντας τις διαταγές του Ευρυσθέα, κατόρθωσε, όχι μόνο να περάσει - ζωντανός αυτός - τις πύλες του Κάτω Κόσμου, αλλά και να επιστρέψει ξανά στον Επάνω Κόσμο μαζί με τον Κέρβερο και να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα, πραγματοποιώντας έτσι το δωδέκατο άθλο του.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, αρκετές τέτοιες καταβάσεις ηρώων στον Κάτω Κόσμο έχουν γίνει, όχι όμως πάντα με επιτυχία. Από τις πιο γνωστές είναι αυτή του Ορφέα, που θέλοντας να επαναφέρει την αγαπημένη του Ευρυδίκη στη ζωή, δέχτηκε τον όρο που του έθεσε ο Πλούτωνας να μη γυρίσει να τη δει στο δρόμο της επιστροφής. Ο Ορφέας όμως δεν μπόρεσε ν' αντέξει αυτή τη δοκιμασία και έτσι η αγαπημένη του ξαναγύρισε στον Κόσμο των Νεκρών. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου, που σκόπευαν να κλέψουν την Περσεφόνη, συντρόφισσα του Πλούτωνα και βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Στον Κάτω Κόσμο κατέβηκε και ο Οδυσσέας , όπως τον συμβούλεψε ο Ερμής, λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί της Κίρκης, και συνομίλησε με τις ψυχές των νεκρών.

Στον ’δη οι ψυχές κατεβαίνουν από τους τρομερούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό και από τις λίμνες Αχερουσία και Στύγα. Οι ποταμοί αυτοί βρίσκονται στα σύνορα των δύο κόσμων και περιβάλλονται από ομίχλη. Ο Κωκυτός τοποθετείται στα βουνά της Αρκαδίας και ο Αχέροντας βρίσκεται στη Θεσπρωτία και σχηματίζει, λίγο πριν φτάσει στο Ιόνιο πέλαγος, τη λίμνη Αχερουσία.Στους ποταμούς αυτούς η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων έστησε το σκηνικό για το ταξίδι της αναχώρησης για τον κόσμο των νεκρών. Ακοίμητος οδηγός περιμένει στην όχθη ο Χάροντας, τραχύς και σκυθρωπός, για να μεταφέρει με τη βάρκα του, μέσα στην ομίχλη και το βούρκο των ποταμών, τις ψυχές στην αντίπερα όχθη, παίρνοντας ως αμοιβή τον οβολό που οι ζωντανοί έβαζαν στο στόμα των νεκρών για να πληρώσουν τα πορθμεία της μετάβασης στον άλλο κόσμο.
Στον ’δη κατοικούν και οι Κήρες, μαύρες θεότητες, δαίμονες του θανάτου και κόρες της Νύχτας που συνήθως τριγυρνούν στα πεδία των μαχών και δίνουν το τελειωτικό χτύπημα στους πληγωμένους και ετοιμοθάνατους πολεμιστές.
Στον Κάτω Κόσμο οι ψυχές δικάζονται από το μεγάλο κριτή, τον ’δη, και τους τρεις δίκαιους μυθικούς ηγεμόνες, τον Μίνωα, τον Ραθάμανθη και τον Αιακός. Ανάλογα λοιπόν με την κρίση του δικαστηρίου, οι δίκαιοι οδηγούνται στα Ηλύσια Πεδία ή στα νησιά των Μακάρων και οι άδικοι στα Τάρταρα, που βρίσκονται στα βάθη της γης και αποτελούν τον τόπο του μαρτυρίου των ενόχων. Το όνομα της Περσεφόνης συνδέεται με τη μοναδική έξοδο του Πλούτωνα από το σκοτεινό του βασίλειο, όταν γοητευμένος από την ομορφιά της και με τη συγκατάθεση του Δία, αποφάσισε να την απαγάγει από τον Επάνω Κόσμο.


 Η εμφάνισή του στο φως ήταν στιγμιαία, μια και δεν είχε να κάνει τίποτε πάνω στη γη στο φως του ήλιου. Η Περσεφόνη, κόρη της αδερφής του Δήμητρας, αντέδρασε, αλλά κανείς δεν άκουσε τις απεγνωσμένες κραυγές της. Έτσι ο Πλούτωνας την εγκατέστησε στο βασίλειό του και προσφέροντάς της κρυφά σπυριά ροδιού την έκανε να ξεχνά τον Επάνω Κόσμο και να μένει κοντά του. Η μητέρα της Περσεφόνης, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, περιπλανιόταν εννιά ολόκληρες μέρες και νύχτες χωρίς τροφή γυρεύοντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Όταν έμαθε για την απαγωγή της από τον Πλούτωνα, ζήτησε από τον Δία να μεσολαβήσει και πέτυχε να παραμένει η Περσεφόνη μόνο τέσσερις μήνες στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, ενώ τους υπόλοιπους οκτώ με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και τους ανθρώπους.
Έτσι η Περσεφόνη φαίνεται να μοιράζει τη φροντίδα της τόσο στον κόσμο των νεκρών όσο και στον κόσμο των ζωντανών. Ακριβώς σ' αυτό το γεγονός στηρίζουν και οι αρχαίοι Έλληνες την ύπαρξη και το διαχωρισμό των εποχών του έτους, πιστεύοντας ότι η ψυχική κατάσταση της θεάς Δήμητρας, θεάς της γονιμότητας γης και ανθρώπων, επηρέαζε την καρποφορία, την ευγονία και την ευτοκία.
Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον Πλούτωνα "πολυώνυμο", μια και απέφευγαν γενικά οι άνθρωποι να αναφέρονται σ' αυτόν με το πραγματικό του όνομα, που ήταν ’δης. Ακόμη και αυτό το όνομα Πλούτωνας (Πλούτων=πλούσιος ή αυτός που προσφέρει πλούτη) χρησιμοποιείται κατ' ευφημισμό, επειδή όλα τα πλούτη προέρχονται από τα βάθη της γης. ’λλο επίσης γνωστό όνομα για το θεό του Κάτω Κόσμου είναι το Ζαγρεύς, που σημαίνει μεγάλος κυνηγός, και το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ορφικοί, γιατί τον θεωρούσαν μια άλλη υπόσταση του Διόνυσου. Αποκαλούνταν επίσης Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης, γιατί δεχόταν στην επικράτειά του όλους τους ανθρώπους που πέθαιναν.
Με το βασίλειο του ’δη αλλά και τον ίδιο το βασιλιά του ασχολήθηκαν από την αρχαιότητα ακόμη τόσο η λογοτεχνία όσο και η ζωγραφική. Ο κλεισμένος αιωνίως στα σκοτεινά παλάτια του θεός παριστάνεται τερατώδης, άγριος, κακότροπος και αλύγιστος σε κάθε ικεσία.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

ΓΙΓΑΝΤΕΣ


Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες. Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου αλλά ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη. Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό. Άλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Παρόλα αυτά, κάποτε ήρθαν σε σύγκρουση μαζί τους, την περίφημη Γιγαντομαχία. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.

Όνοματα κατά τον Όμηρο,  Απολλόδωρο, Βιργίλιο,  Προπέρσιο, Παυσανία ,Υγίνο, Νόννο, Αγασθένης  Άγριος - Αλκυονεύς-  Άλπος -  Αστραίος - Δαμάσης- Έμφυτος - Εγκέλαδος- Εφιάλτης- Εύβοιος- Εύφορβος-Ευρύαλος - Ευρυμέδων - Εύρυτος - Γρατίων- Ιππόλυτος - Οπλάδαμος-Υπέρβιος- Ιαπετός-Χθόνιων- Κλυτίος- Κοίος-  Μίμας- Ορανίων-Ότος-Παγκράτης- Πάλλας- Πέλορος-Πολυβότης- Πορφυρίων- Φοίκος- Θεοδάμας- Φεομίσης- Θοών- Θούριος- Τυφών


 ΠΗΓΗ http://el.wikipedia.org

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ - ΑΤΡΟΠΟΣ ~ ΚΛΩΘΩ ~ ΛΑΧΕΣΙΣ * ~



Η Άτροπος ήταν μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας. Οι άλλες δύο ήταν η Κλωθώ και η Λάχεση. Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου ήταν κόρες της Νύχτας. Σύμφωνα με άλλη πηγή ήταν κόρες της Θέμιδος και του Δία.
Η Άτροπος αντιπροσώπευε το παρελθόν· ό,τι έχει περάσει είναι αμετάκλητο. Εξέφρασε το αναπόφευκτο, το μοιραίο αλλά και το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων. Έκοβε τη ζωή των ανθρώπων με τα τρομερά ψαλίδια της, ενώ η Κλωθώ γυρίζε το νήμα της ζωής και η Λάχεση μετρούσε τη διάρκεια.



Η Κλωθώ ήταν μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας.Η Κλωθώ αντιπροσωπεύει το παρόν στη ζωή των ανθρώπων και θεωρείται η μεγαλύτερη από τις άλλες δύο. Πιστευόταν ότι έκλωθε με τη ρόκα της το νήμα της ζωής του κάθε ανθρώπου, το πεπρωμένό του, που τον συνόδευε μέχρι το θάνατό του.



Η Λάχεση (Λάχεσις) ήταν μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας.
Η Λάχεση αντιπροσώπευε το μέλλον της ζωής των ανθρώπων, επειδή το τέλος, σύμφωνα με τη φύση, εκδηλώνεται σε όλα τα πράγματα. Όριζε τη διάρκεια της ζωής του κάθε ανθρώπου μετρώντας με το ραβδί της.
Στην Ιλιάδα ο Όμηρος παρουσιάζει το Δία να υποχωρεί, όντας ανίκανος να αλλάξει το μέλλον του γιου του Σαρπηδόνα, έτοιμος να υποκύψει στα τραύματα του Πάτροκλου, επειδή η τύχη του του γράφει να σκοτωθεί. Η ειμαρμένη ήταν ο νόμος που διείπε τον κόσμο, νόμος που τον είχε θεσπίσει ο Δίας και που ήταν υποχρεωμένος να υπακούσει και ο ίδιος.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ΘΑΛΕΙΑ Η ΜΟΥΣΑ ΤΗΣ ΒΟΥΚΟΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Στην ελληνική μυθολογία, μία από τις εννέα Μούσες ήταν και η Θάλεια, κόρη της Μνημοσύνης και του Δία. Θεωρείται πλησιέστερη στην Τερψιχόρη. Ήταν προστάτιδα ιδεατή ανθρωπόμορφη θεότητα της ευπρεπούς και κόσμιας ευθυμίας. Παριστανόταν μόνο με τα σύμβολά της: αόρατη στα συμπόσια ως εμπνεύστρια των εύθυμων τραγουδιών, στα οποία τόνιζε το πνευματώδες κυρίως στοιχείο, βοηθούμενη από την «ιλαρότητα» (ευχαρίστηση) των «ευωχουμένων» (συνδαιτυμόνων). Έτσι ως θεότητα της «καλής διάθεσης» και της έναρξης του κεφιού αποχωρούσε μόλις άρχιζε ο θορυβώδης «κώμος».
Επίσης, η Μούσα Θάλεια είχε υπό την προστασία της τη βουκολική ποίηση, δηλαδή τα αντίστοιχα σημερινά δημοτικά τραγούδια και αργότερα την κωμωδία. Γι΄ αυτό και παριστανόταν συνήθως με στέφανο κισσού στην κόμη, κρατώντας στο δεξί χέρι προσωπείο (= μάσκα) θεάτρου και στο αριστερό κοινή βακτηρία (= ράβδο), με ελαφριά ένδυση και ενίοτε με τρίχινο χιτώνα, (ακριβώς τα σημερινά ακόμη σύμβολα του χώρου της δημοτικής μουσικής).
Το όνομά της προήλθε από το ρήμα θαλλέω - Θαλλώ, που σημαίνει βλαστάνω άφθονα, ανθίζω πλούσια, ευδοκιμώ. Ρήμα που ήταν εύχρηστο μόνο στον Ενεστώτα και Παρατατικό χρόνο. Το ουσιαστικό θαλλός σήμαινε ο κάθε νέος κλώνος, κοινώς βλαστάρι.
Παραστάσεις της μούσας Θάλειας διασώθηκαν σε αγγεία, ανάγλυφα και γλυπτά, όπως το μαρμάρινο άγαλμά της στο Μουσείο του Λούβρου, καθώς επίσης και σε πίνακες ζωγραφικής όπως αυτός του Jean-Marc Nattier.