Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΙΓΩΝ

Η αποκάλυψη της βασιλικής ταφικής συστάδας των Τημενιδών αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την έρευνα της Αρχαίας Μακεδονίας.

  Ο 7ος προχριστιανικός αιώνας ήταν μια εξαιρετικά σημαντική στιγμή για το μικρό ακόμη βασίλειο της Μακεδονίας που τότε αναδύθηκε από την ομίχλη του μύθου για να περάσει από την Προϊστορία στην Ιστορία. Οπως βεβαιώνουν Ηρόδοτος και Θουκυδίδης, γύρω στο 650 π.Χ. ο Περδίκκας ο Α’ από το Αργος, απόγονος του Ηρακλείδη Τήμενου, καταφέρνει να γίνει βασιλιάς των Μακεδόνων, ενός ελληνικού φύλου, συγγενικού με τους Δωριείς, που κατοικούσε στην περιοχή στα νότια του Αλιάκμονα και εγκαθιδρύει τη δυναστεία που θα δώσει στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία τον Φίλιππο και τον Μεγαλέξανδρο.

Ως τον Αλέξανδρο τον Α’ (495-454 π.Χ.) εκτός από τα ονόματα των βασιλιάδων τους ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που έχουμε για τους Μακεδόνες. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: Οι Αιγές ήταν όλα αυτά τα χρόνια η καρδιά του βασιλείου, η πρώτη μακεδονική πόλη, μια πόλη άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δυναστεία των Τημενιδών που είχαν εδώ όχι μόνο τα παλάτια αλλά και τους τάφους τους.
Η έλλειψη αρχαίων γραπτών πηγών για τους Μακεδόνες της Αρχαϊκής εποχής κάνει ακόμη πιο σημαντικά τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης. Με δεδομένο ότι από την ίδια την πόλη ένα πολύ μικρό τμήμα έχει ανασκαφεί (περίπου το 1/500) και δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί οι παλαιότερες φάσεις, η ανακάλυψη της αρχαϊκής νεκρόπολης των Αιγών το 2004 αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για την έρευνα της Αρχαίας Μακεδονίας.
Οπως είχαμε προβλέψει, αυτή η νεκρόπολη βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του νεκροταφείου των τύμβων κάτω από τα σπίτια της Βεργίνας. Ως τώρα ερευνήθηκαν 120 τάφοι, που χρονολογούνται από το 600 ως το 480 π.Χ. και σχημάτιζαν μικρές, πυκνές συστάδες που ανήκαν σε οικογένειες.

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Επιτύμβια σήματα δυστυχώς δεν σώθηκαν. Η τρομακτική λεηλασία που υπέστη η νεκρόπολη των Αιγών από τους γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου το 276 π.Χ. άφησε έντονα τα ίχνη της παντού. Παρ’ όλα αυτά απέμεινε πληθώρα ευρημάτων που με απροσδόκητα εντυπωσιακό τρόπο πλουτίζουν τα δεδομένα μας για τη ζωή και τα έθιμα των Μακεδόνων της Αρχαϊκής εποχής, τις εμπορικές και τις πολιτισμικές ανταλλαγές τους με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, αλλά και για την ντόπια παραγωγή τεχνουργημάτων κεραμικής και μεταλλοτεχνίας στο κέντρο του μακεδονικού βασιλείου.
Ακολουθώντας το έθιμο όλοι οι νεκροί παίρνουν μαζί τους ό,τι φορούν και ό,τι τους χαρακτηρίζει, τα ρούχα και τα στολίδια τους, οι άνδρες και τα όπλα τους,, τα χαρακτηριστικά και απαραίτητα για τη νεκρική τελετουργία σκεύη, μυροδοχεία και εξάλειπτρα, και ακόμη ποτήρια και κανάτια για να σβήνουν την αιώνια δίψα στον Αδη. Αλλά δεν λείπουν και αντικείμενα που σχετίζονται με τις θρησκευτικές πίστεις και τους κοινωνικούς συμβολισμούς (επιστόμια ελάσματα, ειδώλια, ομοιώματα αμαξιών).
Ολα αυτά τα ευρήματα υποβάλλουν την εντύπωση ότι οι αρχαϊκοί χρόνοι είναι μια εποχή ιδιαίτερης ευπραγίας για τις Αιγές και παρουσιάζουν στενή συνάφεια σε όλα τα επίπεδα με τα αντίστοιχα ευρήματα της ορεινής Μακεδονίδας (περιοχή των Πιερίων), όπου βρισκόταν το αρχαιότατο κέντρο των Μακεδόνων, η Λεβαίη του Ηροδότου.
Ο πλούτος είναι προφανής, ιδιαίτερα στα κτερίσματα των βασιλικών ταφικών συστάδων και στους τάφους των εταίρων, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι στα κοσμήματα και στη χρήση χρυσών διακοσμητικών ελασμάτων, αλλά και στα όπλα και στα μετάλλινα σκεύη, αντικείμενα ακριβά και κατά συνέπεια σύμβολα κύρους, παρατηρείται μια δωρική, θα έλεγε κανείς, αυστηρότητα και λιτότητα, που διαφοροποιεί τα αντικείμενα αυτά από ανάλογα σύνολα περιοχών εκτός των ορίων του μακεδονικού βασιλείου (π.χ. Τρεμπένιστε, Νέα Φιλαδέλφεια κ.λπ.)

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ
Με την έρευνα του αρχαϊκού τμήματός της η εικόνα της νεκρόπολης των Αιγών συμπληρώνεται κάνοντας ακόμη πιο σαφή τη διαφοροποίηση από το σύνολο των τριών βασιλικών ταφικών συστάδων, που ξεχωρίζουν όχι μόνο για τα μεγέθη και τον πλούτο των τάφων τους αλλά και για τον τρόπο ταφής (καύσεις) και κυρίως για την εμμονή στη χρήση του χώρου που δηλώνει τη διαχρονία της οικογένειας και ξεπερνά τους δύο αιώνες.
Ως τώρα είναι γνωστές η συστάδα των βασιλισσών δίπλα στη βορειοδυτική πύλη των Αιγών, η συστάδα του Φιλίππου Β’ δίπλα στον κύριο οδικό άξονα και η συστάδα των Τημενιδών που βρίσκεται ανάμεσα από τις δύο προηγούμενες κοντά στο νεκροταφείο των τύμβων.
Μαζί με την αρχαϊκή νεκρόπολη η βασιλική ταφική συστάδα των Τημενιδών, όπου έχουν βρεθεί 12 τάφοι, 5 λακκοειδείς, 6 κιβωτιόσχημοι μνημειακών διαστάσεων και ένας μακεδονικός, που χρονολογούνται από τις αρχές του 6ου ως το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των Αιγών των τελευταίων 15 χρόνων.
Εκτός από το μέγεθος των ίδιων των μνημείων, τα άφθονα κτερίσματα (αγγεία, όπλα, κοσμήματα και χρυσά ελάσματα) που παρά τη σύληση βρέθηκαν διάσπαρτα μέσα και γύρω από τους τάφους μαρτυρούν τον ασυνήθιστο πλούτο και την εξέχουσα σημασία των νεκρών. Σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι εδώ αποκαλύφθηκαν τα παλαιότερα (570-530 π.Χ.) τεκμήρια μεγαλοπρεπών ταφικών πυρών των Αιγών που ανακαλούν εκείνες της Ιλιάδας και προοιωνίζονται τις επιβλητικές πυρές της βασίλισσας Ευρυδίκης (344/3 π.Χ.) και του Φιλίππου Β’ (336 π.Χ.).

Η ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΩΝ ΟΜΗΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝ
Δίπλα και γύρω από τους τάφους, ανάμεσα σε στάχτες και καμένα χώματα, ντουζίνες κομμάτια πήλινων, αλλά και χάλκινων αγγείων, μισολιωμένα χάλκινα κράνη, ασημοκάρφωτα σπαθιά, όπως αυτά του ομηρικού έπους, ξίφη με ελεφαντοστέινες λαβές και άλλα λυγισμένα, συμβολικά «νεκρωμένα» για να ακολουθήσουν τον κύριό τους στον Αδη, δόρατα και ακόντια, ακόμη και ένα χαλινάρι αλόγου, αντικείμενα εξαγνισμένα από το πυρ του ταφικού ολοκαυτώματος μαρτυρούν αδιάψευστα τη συνέχεια ενός ταφικού εθίμου που συνδέει άρρηκτα τους Μακεδόνες της αρχαϊκής εποχής με τον κόσμο του έπους.
Εκτός από τον μακεδονικό τάφο που χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και πιθανότατα φιλοξενούσε τα οστά του Φιλίππου Γ’ Αρριδαίου και της γυναίκας του Ευρυδίκης, είναι πολύ δύσκολο να ταυτίσουμε τους νεκρούς των αρχαϊκών τάφων της συστάδας. Ωστόσο είναι βέβαιον ότι ανήκαν όλοι στη βασιλική οι κογένεια, κάποιοι μάλιστα από αυτούς έζησαν και έδρασαν προτού ανεβεί στον θρόνο ο Αμύντας Α’ (540-495 π.Χ.), στα χρόνια του Αέροπου και του Αλκέτα, και όλοι μαζί ηγήθηκαν στους πολέμους που έκαναν τους Μακεδόνες κύριους στον κάμπο της Βοττιαίας και στα υψίπεδα της Εορδαίας.
Το μοντέλο των διακεκριμένων βασιλικών ταφικών συστάδων που παρατηρείται στη νεκρόπολη των Αιγών βρίσκει παράλληλα στην αρχαϊκή νεκρόπολη της Αιανής, του κέντρου των Ελιμειωτών, αλλά και στη νεκρόπολη του Αρχοντικού και πιθανότατα στη νεκρόπολη της Σίνδου απηχώντας την οργάνωση των φυλετικών βασιλείων της Αρχαϊκής εποχής, τα οποία ανακαλούν την εικόνα των μικρών «βασιλείων» του ομηρικού έπους, όπως απαριθμούνται στον «κατάλογο των πλοίων» της Ιλιάδας. Μερικά από αυτά θα υποταχθούν από τον Αλέξανδρο τον Α’ και εν τέλει όλα θα ενσωματωθούν και θα ενοποιηθούν κάτω από τη στιβαρή ηγεσία του Φιλίππου Β’, για να αποτελέσουν το ισχυρό κράτος των Μακεδόνων του 4ου αιώνα. 
ΔΡ. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΠΗΓΗ: www.vimaideon.gr

ΧΡΥΣΟΦΟΡΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ ΠΕΛΛΑΣ

Εντυπωσιακά ευρήματα από νεκροταφείο της Αρχαϊκής εποχής αποδεικνύουν τη συνέχεια της Ιστορίας στη Μακεδονία.


Ο αρχαίος οικισμός του Αρχοντικού έχει τη μορφή Τούμπας-Τράπεζας και ιδρύθηκε στο σταυροδρόμι των βασικών οδικών αξόνων της Κάτω Μακεδονίας (4,5 χλμ. ΒΔ της Πέλλας). Η κατοίκησή του ήταν διαρκής από την αρχή της Νεολιθικής εποχής ως και την Υστεροβυζαντινή, αλλά από τα προϊστορικά χρόνια ως το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., όταν η Πέλλα επιλέχθηκε από τον Αρχέλαο ως νέα πρωτεύουσα της Μακεδονίας, υπήρξε το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της Βόρειας Βοττιαίας (χώρα των Βουκόλων, ανάμεσα στα βουνά Πάικο και Βέρμιο και στους ποταμούς Αξιό και Αλιάκμονα), η οποία εντάχθηκε έπειτα από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. στην κοιτίδα του μακεδονικού κράτους.
Ο οικισμός ερευνάται από το 1992 με τη συνεργασία της ΙΖ΄ ΕΠΚΑ και του Προϊστορικού Τομέα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ ενώ από το 2000 άρχισε επίσης υπό τη διεύθυνση των αρχαιολόγων Παύλου και Αναστασίας Χρυσοστόμου η σωστική ανασκαφή του δυτικού νεκροταφείου του οικισμού, που είναι το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο αφού έχει έκταση 200 στρεμμάτων. Το μέγεθός του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός απέκτησε πρώιμα τον χαρακτήρα πόλης και έγινε ένα από τα λίκνα των Μακεδόνων. Ενδεχομένως μάλιστα πρόκειται για την Τύρισσα, η οποία αναφέρεται από τον ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο (ΙV, 34) ως πόλη ανάμεσα στην Πέλλα και στην Κύρρο ενώ από τον γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεμαίο (ΙΙΙ, 12, 36) ορίζεται μετά την Ευρωπό.
Οι ταφές που ερευνήθηκαν τη δεκαετία 2000-2010 σε έκταση περίπου έντεκα στρεμμάτων ανέρχονται στις 1.004. Οι 259 χρονολογούνται από την Υστερη Εποχή του Σιδήρου (β’ μισό 7ου αι. - 580 π.Χ.), οι 475 από την Αρχαϊκή εποχή (580-480 π.Χ.) και οι 262 στα κλασικά και πρώιμα ελληνιστικά χρόνια (480-279 π.Χ.) ενώ άλλες οκτώ είναι αδιάγνωστες. Ο αριθμός των αρχαϊκών τάφων, ωστόσο, ο πλούτος και η ποιότητα των κτερισμάτων τους επιβάλλουν τη διεξοδικότερη παρουσίασή τους.

ΣΙΔΗΡΟΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ
Στα αρχαϊκά χρόνια οι ενταφιασμοί γίνονταν κυρίως σε λακκοειδείς τάφους ενώ οι καύσεις είναι περιορισμένες. Οι νεκροί ενταφιάζονταν σε ύπτια θέση σε ξύλινες σαρκοφάγους, oι γυναίκες με την κεφαλή στα ανατολικά, βόρεια ή νότια (ποτέ στα δυτικά), ενώ αντίθετα οι άνδρες με την κεφαλή στα δυτικά, βόρεια ή νότια (ποτέ στα ανατολικά).
Η ποικιλία, η ποιότητα και ο πλούτος των ταφικών δώρων αποδεικνύουν όχι μόνο την ύπαρξη κοινωνικής διαφοροποίησης αλλά και τη σημασία που απέδιδε η κοινότητα στην πράξη της ταφής. Στις ανδρικές ταφές κυριαρχεί η «σιδηροφορία», γνωστή επίσης σε Θεσσαλούς και Ηπειρώτες κατά το ίδιο διάστημα. Αναλόγως του αριθμού των όπλων και των λοιπών κτερισμάτων κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες:
Στην πρώτη εντάσσονται οι πολεμιστές που θάφτηκαν με σιδερένιες αιχμές δοράτων, μαχαίρι και λίγα άλλα κτερίσματα. Στη δεύτερη κατηγορία προστίθενται το ξίφος, πήλινα και χάλκινα αγγεία και κοσμήματα. Στην τρίτη, οι πολεμιστές
συνοδεύονται επιπλέον με χάλκινο κράνος διακοσμημένο μερικές φορές με χρυσές ταινίες, χρυσό διάδημα-στέμμα ή χρυσό επιστόμιο και χρυσά εποφθάλμια, που υποκαθιστούν τις χρυσές μάσκες. Χρυσά ελάσματα στολίζουν τον υπόλοιπο οπλισμό τους (ξίφος, δερμάτινο θώρακα και «χειρόκτιο»), τα ενδύματα και τα υποδήματα. Επιπλέον είναι κτερισμένοι με χρυσά και αργυρά δακτυλίδια, μεταλλικές περόνες και άλλα αντικείμενα. Συμβολικό χαρακτήρα εξάλλου φαίνεται ότι είχαν τα σιδερένια ομοιώματα από αγροτικές άμαξες, έπιπλα και οβελούς με τους κρατευτές τους, που συνοδεύουν τους πολεμιστές της τρίτης και της τέταρτης κατηγορίας.
Το πρόσωπο των πολεμιστών της τέταρτης κατηγορίας καλύπτει χρυσή μάσκα και σπανιότερα χρυσό ορθογώνιο έλασμα ή μεγάλο επιστόμιο ενώ στον οπλισμό τους προστίθεται η ασπίδα και αυξάνονται τα κτερίσματα.
Τα 11 από τα 45 χάλκινα κράνη μακεδονικού τύπου που βρέθηκαν στο νεκροταφείο (άλλα 39 έχουν συληθεί) διακοσμούνται με χρυσά ελάσματα. Τρία κράνη με «ιλλυριοκορινθιακά» χαρακτηριστικά φέρουν στη μετωπική ζώνη εγχάρακτα αντωπά λιοντάρια, δηλωτικό μοτίβο στρατιωτικών αξιωματούχων. Οι χάλκινες ασπίδες δύο πολεμιστών είναι μικρές, του τύπου του «καρδιοφύλακος», ενώ άλλων έξι αργείτικες.

Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Οι γυναίκες των πολεμιστών ήταν ενταφιασμένες με τη στολή του γάμου. Και εδώ το χρυσό επιστόμιο και τα «εποφθάλμια» υποκαθιστούσαν τις μάσκες, που εμφανίζονται στις δέσποινες της τέταρτης κατηγορίας.
Από τα χρυσά ταινιωτά διαδήματα ξεχωρίζουν τα δύο της δέσποινας του «τάφου Τ 458» με παραστάσεις έφιππου κυνηγού και άγριων ζώων. Σε τρεις περιπτώσεις το πρόσωπο της νεκρής καλυπτόταν με χρυσή μάσκα. Ειδικά στη θέση των ματιών της μάσκας της δέσποινας του «τάφου Τ 458» υπάρχει παράσταση με τετράκτινα αστέρια-ήλιους ενώ στην περιοχή του στόματος, επιστόμιο με αιλουροειδή και δελφίνια, που μαζί με τα αστρικά σύμβολα, τα φυτικά και τα γεωμετρικά μοτίβα διαμορφώνουν μια εντυπωσιακή σύνθεση. Τα σκουλαρίκια ήταν από χρυσό, άργυρο και χαλκό ενώ τα περιδέραια φέρουν χρυσές, αργυρές, κεχριμπαρένιες, φαγεντιανές, γυάλινες, λίθινες ή οστέινες ψήφους ή περίαπτα (χρυσά ή αργυρά). Μια από τις ασημένιες αλυσίδες που κρέμονταν στο στήθος φέρει δαιδαλικές κεφαλές της Πότνιας Θηρών και καθιστά λιοντάρια ενώ εντυπωσιακές είναι ασημένιες ή χρυσές περόνες.
Χρυσά ελάσματα διακοσμούσαν τα ενδύματα και τα υποδήματα, μερικές φορές με παραστάσεις κοσμολογικού περιεχομένου, παραπέμποντας υπαινικτικά σε θρησκευτικό συμβολισμό και μεταθανάτιες αντιλήψεις. Συμπυκνώνουν δηλαδή την ιδέα του περάσματος της ψυχής της νεκρής από την παρούσα ζωή στην Αλλη ζωή, στα Ηλύσια, τόπο αναψυχής των νεκρών. Στα υπόλοιπα κτερίσματα περιλαμβάνονται ειδώλια και πλαστικά αγγεία πήλινα ή χάλκινα από την Ιωνία, τη Σάμο, τη Ρόδο, την Αθήνα και την Κόρινθο.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ
Το είδος, η ποσότητα και η ποιότητα των κτερισμάτων αυτών των τάφων αποδεικνύουν την ακμάζουσα και ευημερούσα κοινωνία του Αρχοντικού, τον ηρωικό χαρακτήρα της και τον ηγετικό ρόλο ορισμένων οικογενειών της στρατιωτικής αριστοκρατίας, που ήλεγχαν και ρύθμιζαν την ανταλλαγή των αγαθών ασκώντας ένας είδος οικονομικής εξουσίας, ικανής να αποδώσει εξαιρετικά πλούσια αγαθά πολιτισμού.

Η ανασκαφική έρευνα έχει δείξει ότι οι πλούσιοι αρχαϊκοί τάφοι του Αρχοντικού και των άλλων αστικών κέντρων του Μακεδονικού Βασιλείου χρονολογούνται από την αρχή της Μέσης Κορινθιακής Περιόδου (580-560 π.Χ., περίοδος της βασιλείας του Αλκέτα, παππού του Αλεξάνδρου Α΄). Επειτα από αυτό το χρονικό όριο επιβεβαιώνεται η πρόσβαση του πληθυσμού σε είδη πολυτελείας και προκύπτει η ανάπτυξη της μακεδονικής κοινωνίας με πολυσύνθετες μορφές οργάνωσης στη διοίκηση, στο στρατό και στην οικονομία. Η πλειοψηφία των Μακεδόνων μετά την επέκτασή τους ως τον Αξιό προχώρησε από τη μετακινούμενη κτηνοτροφία στην καλλιέργεια της εύφορης αγροτικής γης και στη μόνιμη εγκατάσταση σε ανεπτυγμένους οικισμούς χάρη στην ηγετική ικανότητα των βασιλέων, στη στρατιωτική τους οργάνωση και στην εισαγωγή της τεχνολογίας και της τακτικής του πολέμου των νότιων Ελλήνων, δύο αιώνες πριν από τον Φίλιππο Β΄ και τον Αλέξανδρο Γ΄. 
ΔΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΙ ΔΡ ΠΑΥΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΙΖ ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ & ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΠΗΓΗ: www.vimaideon.gr