Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΟΙ ΤΙΤΑΝΕΣ


Στην Ελληνική μυθολογία, οι Τιτάνες είναι μεταξύ μιας σειράς θεών, μερικοί εκ των οποίων αντιτάχθηκαν στον Δία και τους Ολύμπιους θεούς στην άνοδό τους στη εξουσία.
Οι Έλληνες των κλασικών χρόνων γνώριζαν αρκετά ποιήματα για τον πόλεμο μεταξύ των θεών και πολλών από τους Τιτάνες. Το κυρίαρχο εξ αυτών και το μοναδικό που έχει διασωθεί, ήταν η Θεογονία που αποδίδεται στον Ησίοδο. Ένα χαμένο έπος με τον τίτλο Τιτανομαχία και αποδίδεται στην θρυλική μορφή του τυφλού βάρδου Θάμυρη από την Θράκη, αναφερόταν σε μία πραγματεία Περί Μουσικής που έχει κάποια στιγμή αποδοθεί στον Πλούταρχο. Οι Τιτάνες κατείχαν σημαντικό ρόλο και στα ποιήματα που αποδίδονται στον Ορφέα. Αν και σώζονται μόνο μικρά μέρη των Ορφικών διηγήσεων, δείχνουν ενδιαφέρουσες διαφορές από την Ησιοδική παράδοση.
Αυτοί οι Ελληνικοί μύθοι για την τιτανομαχία εντάσσονται σε μια τάξη παρόμοιων μύθων από την Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή, όπου μια γενιά ή ομάδα θεών αντιτίθενται στους κυρίαρχους. Μερικές φορές οι Γηραιότεροι Θεοί εκτοπίζονται. Άλλες φορές οι επαναστάτες χάνουν, και είτε εκδιώχνονται ολοκληρωτικά από την εξουσία ή ενσωματώνονται στο πάνθεον. Άλλα παραδείγματα μπορούν να συμπεριλάβουν τους πολέμους μεταξύ των Εσίρ με τους Βανίρ και τους Γιοτούν στην Σκανδιναβική μυθολογία, το Βαβυλωνιακό έπος Ενούμα Ελίς , τη Χιττιτική διήγηση «Βασίλειο στον Ουρανό». Το χριστιανικό βιβλίο της Αποκάλυψης επίσης περιγράφει έναν «Πόλεμο στον Ουρανό».
Παιδιά της Γαίας και του Ουρανού:
Ωκεανός
Τηθύς
Κόιος
Φοίβη
Υπερίων
Ευρυφάεσσα ή Θεία
Κρείος
Ιαπετός
Θέμις
Μνημοσύνη
Κρόνος
Ρέα
Παιδιά του Ιάπετου και της Ωκεανίδας Κλυμένης:
Άτλας
Προμηθέας
Επιμηθέας
Μενοίτιος
Παιδιά του Υπερίωνα και της Θείας:
Ήλιος
Σελήνη
Ηώς
Οι Τιτάνες στον Ησίοδο
Στην Θεογονία του Ησίοδου οι δώδεκα Τιτάνες ακολουθούν τους Εκατόγχειρες και τους Κύκλωπες ως παιδιά του Ουρανού και της Γαίας:
«έπειτα κοιμήθηκε με τον Ουρανό και γέννησε τον βαθιά στροβιλιζόμενο Ωκεανό, τον Κοίο και τον Κριό και τον Υπερίωνα και τον Ιάπετο, την Θεία και την Ρέα, την Θέμιδα και την Μνημοσύνη και την χρυσοστεφανωμένη Φοίβη και την αγαπητή Τέθυ. Μετά από αυτούς γεννήθηκε ο Κρόνος ο πονηρός, το νεώτερο και φοβερότερο από τα παιδιά της, και μισούσε τον δυνατό πατέρα του».
Ο Ουρανός θεωρεί τον Κρόνο τερατώδη και γι’ αυτό τον φυλακίζει στα έγκατα της γης. Αλλά ο Κρόνος, με τη βοήθεια των Εκατόγχειρων και των Κυκλώπων, επιτίθεται στον πατέρα του, τον ευνουχίζει και γίνεται ο ίδιος βασιλιάς των θεών, με τη Ρέα ως σύζυγό του και βασίλισσα.
Η Ρέα γεννά μια νέα γενιά θεών από τον Κρόνο, αλλά από φόβο μήπως τον ανατρέψουν, ο Κρόνος τα καταβροχθίζει. Ο μόνος που διασώζεται είναι ο Δίας: η Ρέα δίνει στον Κρόνο να καταπιεί στη θέση του μία πέτρα τυλιγμένη σε ρούχα, και μεταφέρει τον Δία στην Κρήτη να τον φυλάνε οι Κουρήτες.
Όταν ο Δίας ενηλικιώνεται, υποτάσσει τον Κρόνο με τη βία και του ανοίγει την κοιλιά για να απελευθερώσει τα αδέλφια του. Αρχίζει έτσι ένας πόλεμος μεταξύ των νεώτερων και γηραιότερων θεών, κατά τον οποίο ο Δίας βοηθάται από τους Εκατόγχειρες, τους Κύκλωπες και τους Γίγαντες, οι οποίοι είχαν επανελευθερωθεί από τον Τάρταρο. Μετά από μια μακρά μάχη ο Δίας νικά, και ρίχνει στον Τάρταρο πολλούς από τους Τιτάνες.
Παρ' όλα αυτά οι γηραιότεροι θεοί αφήνουν το σημάδι τους στον κόσμο. Μερικοί από αυτούς – όπως η Μνημοσύνη, η Ρέα, η Γαία, ο Υπερίων, η Θέμις και η Μήτις – δεν πολέμησαν εναντίον των Ολύμπιων, και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη νέα διοίκηση. Οι Τιτάνες αφήνουν πίσω τους και έναν αριθμό απογόνων, μερικοί εκ των οποίων μπορούν να θεωρηθούν επίσης Τιτάνες, κυρίως οι γιοί του Ιάπετου: Προμηθέας, Επιμηθέας, Άτλας και Μενοίτιος.
Πολλές αρχαίες πηγές ακολουθούν στενά τον Ησίοδο, με μικρές παραλλαγές: ο Απολλόδωρος προσθέτει την Διώνη ως δεκάτη Τρίτη Τιτάνα.
Οι Τιτάνες σε άλλες Ελληνικές πηγές
Ο Ησίοδος, ωστόσο, δεν ήταν ο τελευταίος που μίλησε για τους Τιτάνες. Σωζώμενα αποσπάσματα Ορφικής ποίησης ιδιαίτερα διατηρούν μερικές παραλλαγές του μύθου.
Σε ένα Ορφικό κείμενο, ο Δίας δεν επιτίθεται απλά βιαίως εναντίον του πατέρα του. Αντιθέτως, η Ρέα παραθέτει γεύμα στον Κρόνο ώστε να μεθύσει. Ο Δίας τον αλυσοδένει και τον ευνουχίζει. Αντί να σταλεί στον Τάρταρο, ο Κρόνος σέρνεται – ακόμα μεθυσμένος - στην σπηλιά της Νύκτας, όπου συνεχίζει να ονειρεύεται και να προφητεύει για ολόκληρη την αιωνιότητα.
Ένας άλλος μύθος που αφορά στους Τιτάνες και δεν είναι του Ησιόδου περιλαμβάνει τον Διόνυσο. Σε κάποια στιγμή της βασιλείας του ο Δίας αποφασίζει να παραχωρήσει τον θρόνο του για χάρη του βρέφους Διονύσου, που όπως και ο Δίας ως βρέφος φυλασσόταν από τους Κουρήτες. Οι Τιτάνες αποφασίζουν να σφάξουν το παιδί και να διεκδικήσουν τον θρόνο δικό τους. Βάφουν τα πρόσωπά τους με λευκό γύψο, αποσπούν με παιχνίδια την προσοχή του Διονύσου, μετά τον διαμελίζουν και βράζουν και ψήνουν τα μέλη του. Οργισμένος ο Δίας, συντρίβει με το αστροπελέκι του τους Τιτάνες. Η Αθηνά διατηρεί τιν καρδιά σε μια γύψινη κούκλα, από την οποία δημιουργήθηκε ένας νέος Διόνυσος. Αυτή η ιστορία αναφέρεται από τους ποιητές Καλλίμαχο και Νόννο, που αποκαλούν αυτόν τον Διόνυσο «Ζαγρεύς», και επίσης σε έναν αριθμό Ορφικών κειμένων.
Μία επανάληψη αυτής της ιστορίας, αναφερόμενη από τον Νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ολυμπιόδωρο, που γράφει στην Χριστιανική εποχή, λέει πως η ανθρωπότητα ξεπήδησε από τον παχύ καπνό των καιγόμενων πτωμάτων των Τιτάνων. Άλλοι νεώτεροι συγγραφείς δηλώνουν πως η ανθρωπότητα γεννήθηκε από το αίμα που έχυσαν οι Τιτάνες στον πόλεμό τους εναντίον του Δία.
Ο Πίνδαρος, ο Πλάτωνας και ο Οππιανός αναφέρονται πρόχειρα στην «Τιτανική φύση» του ανθρώπου.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Ο ΘΕΟΣ ΕΡΜΗΣ Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ο Ερμής είναι ο αγγελιοφόρος των θεών στην ελληνική μυθολογία. Ακόμη λειτουργεί ως ψυχοπομπός, οδηγεί δηλαδή τις ψυχές των νεκρών στον Άδη (όπως μαθαίνουμε στην Οδύσσεια), αλλά είναι και προστάτης των κλεφτών, των τυχερών παιχνιδιών και του εμπορίου. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, πατέρας του Ερμή ήταν ο Δίας και μητέρα του η Μαία, μία από τις Πλειάδες, τις θυγατέρες του Άτλαντα, του γίγαντα που κρατούσε στις πλάτες του τον ουρανό. Πρόκειται για τις Πλειάδες κόρες που αργότερα ο Δίας τις μετέτρεψε σε αστερισμό, μαζί με τον κυνηγό Ωρίωνα, καθώς ο τελευταίος τις καταδίωκε.
Πρόκειται ίσως για την πιο συμπαθητική θεότητα του ελληνικού δωδεκάθεου, καθώς συνδυάζει αρχικά πολύ έντονα τα ανθρώπινα με τα θεϊκά στοιχεία, αλλά και γιατί θεωρείται ουσιαστικά ο πρώτος δάσκαλος του ανθρώπινου γένους, Εκείνος είναι που εισήγαγε τα γράμματα και τις επιστήμες στην ανθρωπότητα, δίδαξε τη χρήση της διάνοιας και μάλιστα υπάρχουν μύθοι πoυ αποδίδουν σε αυτόν τη μετάδοση της γνώσης της φωτιάς στους ανθρώπους. Ταυτόχρονα είναι προστάτης του εμπορίου, των θυσιαστικών τελετών και της μαγείας. Εκφράζει με ένα αρχετυπικό σχεδόν τρόπο την ταχύτητα, την ευλυγισία, τη μεταβλητότητα, μα και τους απατηλούς δρόμους που κάποιες φορές ακολουθεί ο νους, καθώς εύκολα απατάται και κάνει λάθη. Διαθέτει, επιπλέον, μια σκιώδη και περισσότερο ανθρώπινη όψη, καθώς είναι πρώτος στην απατεωνιά, το ψέμα και την κλεψιά. Ο βρετανός ακαδημαϊκός Ρ. Φ. Γουΐλετς γράφει τα εξής:
«…ο Ερμής είναι ο πλέον συμπαθής, ο πλέον ασταθής, ο πλέον συγκεχυμένος, ο πιο πολυσύνθετος και επομένως ο πιο Έλληνας από όλους τους ολύμπιους θεούς».
Τα βασικότερα γνωρίσματά του, ωστόσο, είναι ότι λειτουργεί ως αγγελιαφόρος των θεών, δηλαδή ως μεσάζοντας μεταξύ αυτών και των ανθρώπων, ενώ επιτελεί και το λειτούργημα του ψυχοπομπού, οδηγώντας τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, Επίσης, είναι από τις θεότητες που για τις δραστηριότητες τους χρησιμοποιουν τη σκοτεινή Νύχτα και γιά αυτό θεωρείται πως έχει πολύ καλή σχέση με τη Σελήνη. Μάλιστα αναφέρεται ότι το βράδυ που έκλεψε τα ιερά βόδια του Απόλλωνα, μόλις την τέταρτη μέρα από τη γέννησή του, η Σελήνη βγήκε δυο φορές, για να τον διευκολύνει στη μετακίνησή του από την Πιερία μέχρι τα όρη της Κυλλήνης. Σύμβολά του είναι το κηρύκειο, έμβλημα των γοργόφτερων αγγελιαφόρων, και τα φτερωτά σανδάλια. Στην Εσωτερική Παράδοση ο Ερμής συμβολίζει το ΛΟΓΟ, δηλαδή το σύνολο όλων των διανοιών στο Σύμπαν ή σε κάποιο από τα υποσυστήματα του.
Η καταγωγή του Ερμή είναι πολύ μακρινή και συνδέεται με την προϊστορική Ελλάδα, καθώς υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι οι Ερμές, ή Ερμεία, (οι ορθωμένοι λίθοι που χρησιμοποιούνταν για την οριοθέτηση περιοχών και ως οδοδείκτες για τους ταξιδιώτες) ήταν διαδεδομένες στην προϊστορική Κρήτη και σε άλλες περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, και θεωρείται πως έχουν στενή σχέση με τα Καβείρια μυστήρια, τα πιο αρχέγονα μυστήρια της ελληνικής επικράτειας στην αρχαιότητα.
Όπως είναι γνωστό, από την πτολεμαϊκή περίοδο η πόλη της Αλεξανδρείας στην Αίγυπτο καθίσταται ένα από τα πιο ξακουστά πνευματικα κεντρα της εποχής, στην οποια συναντώνται και αναμιγνύονται όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα. Από παλαιότερα, όμως, από τότε που οι Έλληνες ήρθαν σ' επαφή με τον αιγυπτιακό πολιτισμό και τη θρησκεία του, επήλθε μια ταύτιση τού ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ, καθώς διαπίστωσαν ότι υπήρχαν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στις δυο θεότητες. Ωστόσο, κατά την πτολεμαϊκή και τη ρωμαϊκή περίοδο και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε μια νέα αρχετυπική μορφή, η οποία δεν ήταν ακριβώς ούτε ο Ερμής ούτε ο Θωθ, αλλά ένας συνδυασμός των χαρακτηριστικών και των δύο, διανθισμένων πιθανώς και με επιδράσεις από την ιουδαϊκή παράδοση.
Το 2ο αιώνα Π.Κ.Ε. ο ιουδαίος μυθιστοριογράφος Αρτάπανος έγραψε μια αφήγηση της ζωής του Μωϋσή, στην οποία ταύτιζε τον ήρωά του με τον Ερμή, δηλαδή τον Θωθ, θεωρώντας πως εισήγαγε στους Αιγύπτιους τα πλοία, τις μηχανές, τα όπλα, τη Φιλοσοφία κ.λπ.. Τον θεωρεί, επίσης, επινοητή των ιερογλυφικών. Γενικότερα, πάντως, θεωρείται ότι ο Ερμής της ελληνιστικής περιόδου ήταν μια προσεκτικά κατασκευασμένη κοσμοπολίτικη θεότητα, η οποία κάλλιστα μπορούσε να ταυτιστεί με θνητά πρόσωπα. Για παράδειγμα, οι Λυκάονες δεν είχαν καμιά δυσκολία να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Απόστολου Παύλου τον ενσαρκωμένο Ερμή, γιατί ήταν ο πιο ικανός ομιλητής. Και τούτο γιατί εξαιτίας της ιδιότητας των Ερμή-Θωθ ως αγγελιαφόρων των θεών, καθιερώθηκε ο ελληνιστικός Ερμής ως «Λόγος», με την έννοια εκεινου που ερμηνευει στους ανθρώπους τη θεϊκή θέληση.
Οι Στωικοί φιλόσοφοι απέδωσαν στον Ερμή έναν ακόμα κεντρικότερο ρόλο στη θεολογία τους, θεωρώντας τον ως Λόγο-Δημιουργό, επηρεασμένοι προφανώς από την αιγυπτιακή αποδοχή του Θωθ ως δημιουργού. Εκείνο, όμως, που γίνεται εμφανές, είναι ότι η ανάμιξη της αιγυπτιακής με την ελληνική θεολογία σε συνδυασμό με την ελληνιστική φιλοσοφία παρήγαγε ένα σύνολο μεγαλύτερο από τα μέρη του, μια θεότητα που πήρε τη θέση της ανάμεσα στους θεούς του ρωμαϊκού πάνθεου. Παρ' όλο που στην αρχή οι Ρωμαίοι, σαφώς επηρεασμένοι από το αρχαιοελληνικό πάνθεο, εκρωμάισαν τις ελληνικές θεότητες, στη συνέχεια, η αιγυπτιακή επίδραση είχε ως πρώτο αποτέλεσμα να ταυτίσουν τον Ερμή (Λατ. Mercurius) με τον Θωθ, αλλά δε στάθηκαν εκεί. Μπήκαν στον πειρασμό να δώσουν μια μυθολογική ερμηνεία της παρουσίας του Ερμή στην Aίγυπτο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κικέρων απαρίθμησε τουλάχιστον πέντε πρόσωπα που διεκδικούσαν το όνομα Ερμής. Από αυτά το τρίτο ήταν ο γνωστός Ερμής, καρπός της ένωσης του Δία με τη Μαία, ενώ το πέμπτο, που λατρεύτηκε από το λαό του Φενεού, λέγεται ότι σκότωσε το φύλακα των κοπαδιών του Απόλλωνα, τον Άργο, και για να αποφύγει τις συνέπειες κατέφυγε στην Aίγυπτο. Αυτός, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, είναι που δίδαξε στους Aιγύπτιους τους νόμους τους και το αλφάβητό τους, «είναι εκείνος που οι Αιγύπτιοι αποκαλούν Θωθ».






Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΗΣ


Η Άρτεμις ήταν μία από τις κυριότερες θεότητες του ελληνικού Δωδεκάθεου. Kόρη του Δία και της Λητούς, δίδυμη αδελφή του Aπόλλωνα.
Η Άρτεμις ήταν προστάτρια του ζωικού και φυτικού κόσμου, της άγριας φύσης, θεά του κυνηγιού, προστάτρια της μητρότητας, της νεότητας, της αγνότητας, του τοκετού και των βρεφών. Oι Oρφικοί τη θεωρούσαν θεά της Σελήνης και ο Όμηρος την αποκαλούσε Πότνια Θηρών και αγροτέρη. Σύμβολά της ήταν το τόξο, η ημισέλινος και το ελάφι.
Θεά της άγριας φύσης
Ως «πότνια θηρών», δηλαδή «Δέσποινα των ζώων», θεά της άγριας φύσης, λατρευόταν ιδιαίτερα σε μέρη ορεινά και δασώδη. Κατοικούσε στις πηγές και στα ποτάμια και προστάτευε τα ζώα εξουσιάζοντάς τα. Η Άρτεμις ταυτίστηκε με τις παλαιότερες θεότητες της φύσης και τελικά της αφομοίωσε κληρονομώντας τους ρόλους και τα χαρακτηριστικά τους.
Στην ιδιότητά της σαν θεά του κυνηγιού ενσωματώθηκαν προηγούμενες θεότητες, όπως η Βριτόμαρτις και η Δίκτυννα, η Καλλιστώ, (Άρτεμις Καλλίστη στην Αρκαδία), ή Θεμιστώ ή Μεγιστώ, η Λαφρία στην Καλυδώνα. 

Η Κυνηγέτις Άρτεμις κρατούσε τόξο και βέλη, έτρεχε στα βουνά και στα δάση και είχε τα επίθετα αγνή, αγραία, αγροτέρα, ελαφία, ελαφηβόλος, ιοχέαιρα (τοξεύτρια), ποδάγρα, τοξία, τοξόδαμφος, τοξόκλυτος, τοξότις, χρυσηλάκατος (χρυσότοξη). Παριστανόταν να συνοδεύεται από Νύμφες και να τοξεύει αγρίμια. Αγαπημένα της ζώα ήταν η άρκτος, το ελάφι και η αίγα.
Τιμωρός
Τιμωρούσε όσους παραβίαζαν τους νόμους που είχε θεσπίσει ή όσους επιχειρούσαν να προσβάλλουν κάποια από τη συνοδεία της. Για αυτό τιμώρησε τον Ωρίωνα που είχε βιάσει την Ώπη, μία από τις Υπερβόρειες παρθένες και τον Τιτυό που είχε επιχειρήσει να βιάσει τη μητέρα της.
Επίσης τιμωρούσε τις κοπέλες που ενώ της ήταν αφιερωμένες δε διατηρούσαν την αγνότητά τους. Όταν η ιέρειά της, Καλλιστώ, δεν τήρησε τον όρκο της αγνότητας που είχε δώσει κι ενώθηκε με το Δία, έχοντας πάρει μορφή άρκτου, η Άρτεμις τη μεταμόρφωσε στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου.
Η θεά τιμωρούσε κι όποιον εκδήλωνε ερωτική επιθυμία για την ίδια. Μεταμόρφωσε τον Ακταίωνα σε ελάφι, επειδή την είχε δει γυμνή και άφησε να τον κατασπαράξουν τα σκυλιά του. Τους δίδυμους Αλωάδες γίγαντες, Ώτο και Εφιάλτη, τους έβαλε να αλληλοσκοτωθούν με τα κοντάρια τους, όταν εκείνη μεταμορφωμένη σε ελάφι πέρασε με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσά τους.
Επίσης τιμωρούσε κι όσους εκδήλωναν ασέβεια. Έτσι όταν ο Οινέας δεν είχε θυσιάσει προς τιμή της όταν πρόσφερε τις απαρχές από τη συγκομιδή του σε όλες τις θεότητες έστειλε εναντίον της χώρας του τον Καλυδώνιο Κάπρο που προξένησε μεγάλες καταστροφές.
Προστάτης των βρεφών και της μητρότητας
Η Άρτεμις προστάτευε τη μητρότητα και εξασφάλιζε στις γυναίκες αίσιο τοκετό. Σύμφωνα με το μύθο, η Λητώ, έγκυος από το Δία, καταδιωκόταν από την Ήρα και κανένας τόπος δεν τη δεχόταν για να γεννήσει. Τότε εμφανίστηκε το νησί Δήλος και η Λητώ, στους πρόποδες του όρους Κύνθου, κάτω από μία φοινικιά γέννησε πρώτα την Άρτεμη. Στη συνέχεια, επειδή η Ήρα κρατούσε περιορισμένη την Eιλείθυια, θεά του τοκετού, η Άρτεμις παραστάθηκε σαν μαία στη γέννηση του δίδυμου αδελφού της Aπόλλωνα. Για το λόγο αυτό θεωρούσαν την Άρτεμη θεά των τοκετών. Την ιδιότητά της αυτή τη μαρτυρούν επίσης τα επίθετα λεχώ, λοχεία, σωοδίνα.
Ήταν παρούσα στη γέννηση της Αφροδίτης, της Αθηνάς και του Ασκληπιού.
Στη Σπάρτη κατά τη διάρκεια της γιορτής των Τιθηνίδιων, οι πιστοί έφερναν στο ιερό της θεάς τα βρέφη τους για να τα ευλογήσει.Tη θεωρούσαν προστάτη της νεότητας και ιδιαίτερα των κοριτσιών, μέχρι την ημέρα του γάμου τους, γιατί ήταν και η ίδια παρθένος.
Λατρεία
Στα βουνά της Αρκαδίας συνδέθηκε με τη Δήμητρα που έψαχνε την κόρη της και τη συνόδευσε στην αναζήτησή της. Aπό τότε θεσπίστηκαν κοινές γιορτές στην Πελοπόννησο προς τιμή της Δήμητρας Kόρης και της Άρτεμης.
Η Άρτεμις εμφανίζεται και ως προστάτρια της δημόσιας ζωής. Στην Ολυμπία λατρευόταν ως Αγοραία, στην Αθήνα ως Βουλαία και στη Μίλητο ως Βουληφόρος.
Ως Αγροτέρα λατρευόταν σε πολλές περιοχές. Κάθε χρόνο στην Αθήνα ο Πολέμαρχος, θυσίαζε στην Άρτεμη Αγροτέρα. Οι Αθηναίοι είχαν τάξει να θυσιάζουν στην Άρτεμη Αγροτέρα και στον Ενυάλιο τόσες αίγες όσοι θα ήταν και οι Πέρσες που θα σκοτώνονταν στο Μαραθώνα. Επειδή ο αριθμός των θυμάτων ήταν μεγάλος, για να λύσουν το τάμα οι Αθηναίοι ίδρυσαν στη θεά ιερό, στις Άγρες, κοντά στον ποταμό Ιλισσό.
Στην Αμφίπολη λατρευόταν ως Ταυροπόλος (στη θεά είχε θυσιάσει και ο Αλέξανδρος, όταν είχε περάσει από εκεί).
Σύμφωνα με το μύθο της θυσίας της Ιφιγένειας η Άρτεμης έσωσε την Ιφιγένεια και τη μετέφερε στη Θράκη, στην Ταυρίδα. Από εκεί η Ιφιγένεια και ο Ορέστης μετέφεραν το λατρευτικό άγαλμα της θεάς στις Αλές Αραφηνίδες (Ραφήνα), όπου κατά τη διάρκεια της εορτής της Ταυροπόλου Αρτέμιδος γινόταν μια αιματηρή αμυχή στο λαιμό ενός ανθρώπου.
Η θεά είχε ακόμη τα προσωνύμια Ακρία, Αλφειαία, Ελεία, Ηγεμόνη, Θερμία, Ιμβρασία, Κορυφαία, Λευκοφρυηνή, Λιμναία, Λιμνάτιδα, Λουσία, Ορτυγία, Ποταμία, Χησία, που σχετίζονται με τις περιοχές στις οποίες λατρευόταν (σε κορυφές, λίμνες, πηγές, ποτάμια), ενώ στην Μίλητο είχα πάρει την προσωνυμία Χιτώνη από την ενδυμασία της. Tην ονόμαζαν επίσης Λυκεία, Δελφινία, Πυθία, Δαφνία, ως αδελφή του Aπόλλωνα.
Στη θρησκευτική ζωή της Σπάρτης κατείχε τη δεύτερη θέση μετά τον Απόλλωνα. Στο Λιμναίο ή Λίμνες υπήρχε το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος ή Λυγοδέσμας με ξόανό της που είχαν φέρει ο Ορέστης και η Ιφιγένεια από την Ταυρίδα, με τρομερές ιδιότητες. Στο βωμό της θεάς γινόταν η διαμαστίγωσις.
Στις Καρυές λατρευόταν ως Καρυάτις και η θεά ταυτιζόταν με τη Νύμφη Καρύα. Η Καρύα ήταν κόρη του Δίωνα και της Ιφιτέας και συνδεόταν με τον Απόλλωνα. Όταν εκείνη έσμιξε με το Διόνυσο, επειδή οι αδελφές της τη ζήλευαν, ο θεός τη μεταμόρφωσε σε καρυδιά και τις αδελφές της σε βράχους. Κατά τη διάρκεια των τελετών της Καρυάτιδος Άρτεμιδος νεαρές παρθένες της Σπάρτης, οι Καρυάτιδες, χόρευαν προς τιμή της θεάς ένα χορό, τον καλαθίσκον, χορό που είχε πάρει το όνομά του από τον κάλαθον που έφεραν στην κεφαλή τους. Οι Καρυάτιδες θεωρούνταν το καλλιτεχνικό πρότυπο, των Καρυάτιδων του Ερεχθείου στην Ακρόπολη των Αθηνών.
Η Άρτεμις ως Καρυάτις λατρευόταν από τους αγροτικούς και ποιμενικούς πληθυσμούς της Λακωνίας, με οργιαστικούς χορούς, άσεμνα τραγούδια, τα αστραβικά (αστράβη είναι το σαμάρι του ζώου πάνω στο οποίο μεταφέρονταν οι πιστοί που τραγουδούσαν τα αστραβικά.
Οι Δωριείς της Λακωνίας και της Κάτω Ιταλίας την τιμούσαν ως Κορυθαλία με οργιαστικούς χορούς γυναικών, που είχαν τα πρόσωπα σκεπασμένα με προσωπεία από ξύλο.
Στη Λέσβο ονομαζόταν Αρχίχορος, ενώ Κορδάκα την ονόμαζαν στην Πίσα, όπου άνδρες με γυναικίες κινήσεις χόρευαν τον κόρδακα.
Ο χορός της Αρτέμιδος έδωσε πολλές φορές την ευκαιρία για αρπαγές κοριτσιών. Σε έναν τέτοιο χορό οι Διόσκουροι απήγαγαν τις Λευκιππίδες κι ο Θησέας την Ωραία Ελένη.
Η σχέση της με τη μουσική δηλώνεται με το επίθετο Υμνία.
Στην Αττική λατρευόταν ως Άρτεμις Μουνυχία και θεωρούσαν πως βοήθησε τους Αθηναίους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και της είχε αφιερωθεί ο μήνας Μουνυχιών.
Τα προσωνύμια Νικηφόρος και Εύκλεια φανερώνουν τον πολεμικό χαρακτήρα της θεάς. Στην Ερέτρια γινόταν προς τιμή της παρέλαση τριών χιλιάδων οπλιτών με ξίφη, εξακοσίων ιππέων και δεκάξι αρμάτων.
Ως Βραυρωνία λατρευόταν στη Βραυρώνα και στο ιερό της στην Ακρόπολη των Αθηνών. Στις τελετές που γίνονταν προς τιμή της έπαιρναν μέρος μικρά κορίτσια, οι άρκτοι. Στη θεά, στη Βραυρώνα, αφιερώνονταν τα ενδύματα των γυναικών που πέθαιναν στον τοκετό.
Στενή σχέση είχε και με τις θηλυκές θεότητες της Ανατολής, την Αστάρτη, την Ίσιδα, την Αναΐτιδα, αφού στοιχεία τους επιβίωσαν στην ελληνική λατρεία της θεάς.
Στην Έφεσο θεωρούσαν την Άρτεμη θεά μήτηρ, θεά τροφό, θεά της γονιμότητας, γι' αυτό το άγαλμά της είχε πολλούς μαστούς. Εικονιζόταν ντυμένη με περίπλοκο ένδυμα. Tη λάτρευαν στο ναό, τον οποίο πυρπόλησε ο Hρόστρατος, τη νύχτα της γέννησης του Mεγάλου Aλεξάνδρου. Πλήθος ιερέων, οι Μεγάβυζοι ή Μεγαλόβυζοι, φρόντιζαν τη λατρεία της σαν θεά των φυσικών δημιουργικών δυνάμεων. Ο Αρτεμίσιος μήνας ήταν αφιερωμένος στις γιορτές της θεάς κατά τη διάρκεια του οποίου τελούνταν θυσίες, αγώνες κα συμπόσια. H μορφή αυτή της Aσιατικής Άρτεμης παρατηρείται ακόμη στη Mαγνησία Mαιάνδρου (Άρτεμις Λευκοφρυνή), στην Παμφυλία (Περγαία Άρτεμις) και στην περιοχή των Σάρδεων (Άρτεμις η Kαλοηνή). Στην Aσία επίσης λατρευόταν και η Άρτεμις της Περσίας, με το όνομα Aναίτις, με την ιδιότητα της θεάς του Oυρανού και της υγρασίας που προέρχεται από αυτόν, συμβολίζοντας τη δύναμη που γονιμοποιεί τη γη. H Περσική Άρτεμις, εικονιζόταν ως αγνή και παρθένος, όπως η ελληνική.
H Άρτεμις θεωρήθηκε ως χθόνια θεότητα, με το όνομα Eκάτη, και δεχόταν νεκρικές θυσίες.
Yπήρχε και η θρακική Άρτεμις, H Bενδίς, που ο Hρόδοτος την ταύτιζε με την ελληνική. Eνώ η Φεραία Άρτεμις, θεότητα καθαρά χθόνια, ταυτιζόταν με την Περσεφόνη.
Προς τιμή της γίνονταν τα Aρτεμίσια. H γιορτή τελούνταν σε όλη την Eλλάδα και τις μικρασιατικές ακτές. H πιο περίφημη γιορτή γινόταν στην Έφεσο. Στη διάρκειά της γίνονταν αγώνες και περιφερόταν με πομπή το άγαλμα της θεάς ντυμένο δέρμα άγριου ζώου. Tην πομπή έκλεινε όμιλος κοριτσιών, μεταμφιεσμένων σε νύμφες που χόρευαν.
Στην Εύβοια γιόρταζαν προς τιμή της τα Αμαρύνθια και στην Αττική τα Αμαρύσια.
Oι ναοί που αφορούσαν τη χθόνια λατρεία της είχαν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Στους ναούς αυτούς υπήρχε και άδυτο όπου φύλασσαν με ιδιαίτερη μυστικότητα τα ιερά σύμβολα και το άγαλμα της θεάς.
Τέτοιοι ήταν ο ναός της
Aυλιδίας Aρτέμιδος, στην παραλία της Xαλκίδας, ο οποίος διέθετε ιερή πηγή, (την αναφέρει ο Όμηρος), ο ναός της Tαυροπόλου Aρτέμιδος, που ανακαλύφθηκε το 1930, στην παραλία της Λούτσας και ο ναός της Bραυρώνας, που αποκαλύφθηκε το 1954, και είχε ιδρυθεί στα τέλη του 6ου αι. π.X.


Πέρα από το πλήθος των αγαλμάτων της θεάς υπήρχαν και ανεικονικές παραστάσεις της. Η Πατρώα Άρτεμις, στην αγορά της Σικυώνας, είχε μορφή πεσσού, ενώ ο Δίας δίπλα της τη μορφή πυραμίδας. Ο γλύπτης Δαίδαλος είχε δημιουργήσει την Άρτεμη Μονογισηνή, που είχε μορφή πέτρας. Στην Ικαρία εικονιζόταν με απλό κομμάτι ξύλου.
Στην Άρτεμη ήταν αφιερωμένη η έκτη μέρα κάθε μήνα και ιδιαίτερα η νύκτα της εαρινής ισημερίας.