Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΘΕΟΓΟΝΙΑ 211-380


Κρβερον μηστν, Ἀίδεω κνα χαλκεφωνον,
πεντηκοντακφαλον, ναιδα τε κρατερν τε·
τ τρτον δρην ατις γενατο λυγρ δυαν
Λερναην, ν θρψε θε λευκλενος ρη
πλητον κοτουσα βίῃ ρακληείῃ.                                     
Κα τν μν Δις υἱὸς νρατο νηλι χαλκ
μφιτρυωνιδης σν ρηιφλ ολάῳ
ρακλης βουλσιν θηναης γελεης.
δ Χμαιραν τικτε πνουσαν μαιμκετον πρ,
δεινν τε μεγλην τε ποδκε τε κρατερν τε·                   
Τς δ ν τρες κεφαλα· μα μν χαροποο λοντος,
δ χιμαρης, δ φιος, κρατεροο δρκοντος,
[πρσθε λων, πιθεν δ δρκων, μσση δ χμαιρα,
δεινν ποπνεουσα πυρς μνος αθομνοιο.]
Τν μν Πγασος ελε κα σθλς Βελλεροφντης.             
δ ρα Φκ λον τκε Καδμεοισιν λεθρον
ρθ ποδμηθεσα Νεμειαῖόν τε λοντα,
τν ῥ᾽ ρη θρψασα Δις κυδρ παρκοιτις
γουνοσιν κατνασσε Νεμεης, πμ νθρποις.
νθ ρ οκεων λεφαρετο φλ νθρπων,                
κοιρανων Τρητοο Νεμεης δ πσαντος·
λλ ς δμασσε βης ρακληεης.
    Κητ δ πλτατον Φρκυι φιλτητι μιγεσα
γενατο δεινν φιν, ς ρεμνς κεθεσι γαης
σπερησιν μεγλοις παγχρσεα μλα φυλσσει.                
Τοτο μν κ Κητος κα Φρκυνος γνος στν.
    Τηθς δ κεαν Ποταμος τκε δινεντας,
Νελν τ λφειν τε κα ριδανν βαθυδνην
Στρυμνα Μαανδρν τε κα στρον καλλιρεθρον
Φσν τε Ρσν τ χελιν τ ργυροδνην                     
Νσσον τε Ροδον θ λικμον θ πτπορν τε
Γρνικν τε κα Ασηπον θεῖόν τε Σιμοντα
Πηνειν τε κα ρμον υρρετην τε Κικον
Σαγγριν τε μγαν Λδων τε Παρθνιν τε
Εηνν τε κα ρδησκον θεῖόν τε Σκμανδρον.                  
    Τκτε δ θυγατρων ερν γνος, α κατ γααν
νδρας κουρζουσι σν πλλωνι νακτι
κα Ποταμος, τατην δ Δις πρα μοραν χουσι,
Πειθ τ δμτη τε Ἰάνθη τ λκτρη τε
Δωρς τε Πρυμν τε κα Ορανη θεοειδς                         
ππ τε Κλυμνη τε Ρδει τε Καλλιρη τε
Ζευξ τε Κλυτη τε δυῖά τε Πασιθη τε
Πληξαρη τε Γαλαξαρη τ ρατ τε Δινη
Μηλβοσς τε Φη τε κα εειδς Πολυδρη
Κερκης τε φυν ρατ Πλουτ τε βοπις                          
Περσης τ Ἰάνειρ τ κστη τε Ξνθη τε
Πετραη τ ρεσσα Μενεσθ τ Ερπη τε
Μτς τ Ερυνμη τε Τελεστ τε κροκπεπλος
Χρυσης τ ση τε κα μερεσσα Καλυψ
Εδρη τε Τχη τε κα μφιρ κυρη τε                        
κα Στξ, δ σφεων προφερεσττη στν πασων.
Αται δ κεανο κα Τηθος ξεγνοντο
πρεσβταται κοραι· πολλα γε μν εσι κα λλαι.
Τρς γρ χλια εσι τανσφυροι κεανναι,
α α πολυσπερες γααν κα βνθεα λμνης                       
πντη μς φπουσι, θεων γλα τκνα.
Τσσοι δ αθ τεροι ποταμο καναχηδ ῥέοντες,
υἱέες κεανο, τος γενατο πτνια Τηθς·
τν νομ ργαλον πντων βροτν νρ νισπεν,
Ο δ καστοι σασιν, σοι περιναιετωσιν.                         
    Θεα δ Ἠέλιν τε μγαν λαμπρν τε Σελνην
Ἠῶ θ, πντεσσιν πιχθονοισι φαενει
θαντοις τε θεοσι, το ορανν ερν χουσι,
γεναθ ποδμηθεσ περονος ν φιλτητι.
Κρίῳ δ Ερυβη τκεν ν φιλτητι μιγεσα                         
στραῖόν τε μγαν Πλλαντ τε δα θεων
Πρσην θ, ς κα πσι μετπρεπεν δμοσνσιν.

Δεύτερο γέννησε τον ακαταμάχητο, τον ακατανόμαστο, τον σαρκοβόρο Κέρβερο, τον σκύλο του Άδη τον χαλκόφωνο, με τα πενήντα κεφάλια, ανήλεο και κρατερό. Τρίτη γέννησε την Λερναία Ύδρα που ο νους της ήταν πάντα στο κακό, την οποία ανάθρεψε η λευκοχέρα Ήρα με ασίγαστη οργή για τον ισχυρό Ηρακλή. Αυτήν όμως τη θανάτωσε με το αλύπητο χάλκινο σπαθί του ο γυιός του Δία, απ’ τη γενιά του Αμφιτρύωνα, ο Ηρακλής μαζί με τον πολεμοχαρή Ιόλαο και τη συμπαράσταση της Αθηνάς που δίνει τα λάφυρα. Κι ακόμη γέννησε τη φοβερή, την τεράστια Χίμαιρα, τη γοργοπόδαρη και δυνατή, που αναπνέει ακατάσχετη φωτιά. Είχε τρία κεφάλια, το ένα λιονταριού, με τη λαμπερή ματιά, το άλλο γίδας και το άλλο φιδιού, δράκοντα τρομερού. (Μπροστά το λιοντάρι, πίσω το φίδι και στη μέση η γίδα απέπνεαν φλογερή φωτιά). Αυτήν τη σκότωσε ο Πήγασος και ο ανδρείος Βελλερεφόντης. Επίσης σμίγοντας με τον Όρθρο γέν- νησε την ολέθρια Φίκα (Σφίγγα), την καταστροφή για τον λαό του Κάδμου, και τον Λέοντα της Νεμέας που ανάθρεψε η Ήρα, η τιμημένη ομοκρέβατη του Δία και τον φώλιασε στους λόφους της Νεμέας, για τους ανθρώπους συμφορά. Εκεί έμενε και κατέστρεφε τους ανθρώπους κυριαρχώντας στον Τρητό και στον Απέσαντα. Αλλά κι αυτόν τον νίκησε η ισχύς του Ηρακλή. Και τέλος η Κητώ σμίγοντας ερωτικά με τον νεότατο Φόρκυ, γέννησε ένα τρομερό φίδι, που στα σκοτεινά βάθη της γης, στην άκρη του κόσμου, φυλάει τα ολόχρυσα μήλα. Αυτή λοιπόν είναι η γενιά της Κητούς και του Φόρκυ. Και η Τηθύς γέννησε στον Ωκεανό τους στροβιλι- στούς ποταμούς, τον Νείλο, τον Αλφειό, τον βαθυστρόβιλο Ηριδανό, τον Στρυμόνα, τον Μαίανδρο, τον ομορφορρέματο Ίστρο, τον Φάση, τον Ρήσο, τον Αχελώο με τις ασημένιες δίνες, τον Νέσσο, τον Ρόδιο, τον Αλιάκμονα, τον Επτάπορο, τον Γρανικό, τον Αίσηπο, τον θεϊκό Σιμόεντα, τον Πηνειό, τον Έρμο, τον ομορφόροο Κάϊκο, τον μέγα Σαγγάριο, τον Λάδωνα, τον Παρθένιο, τον Εύηνο, τον Άρδησκο και τον θεϊκό Σκάμανδρο. Και γεννά την ιερή γενιά των θυγατέρων του, που απ’ τον Δία τους Έλαχε το έργο ν’ αναθρέψουν τους νέους με τη βοήθεια του άρχοντα Απόλλωνα και των Ποταμών, την Πειθώ, την Αδμήτη, την Ιάνθη, την Ηλέκτρα, τη Δωρίδα, την Πρυμνώ, τη θεϊκή Ουρανία, την Ιππώ, την Κλυμένη, τη Ρόδεια, την Πασιθόη, την Πληξαύρη, τη Γαλαξαύρη, τη γλυκειά Διώνη, τη Μηλόβοσι, τη Θόη, την όμορφη Πολυδώρη, την Κερκηίδα με το όμορφο παράστημα, τη γλυκειά Πλουτώ, τη μεγαλομάτα Περσηίδα, την Ιάνειρα, την Ακάστη, τη Ξάνθη, την Πετραία, την ερωτική Μενεσθώ, την Ευρώπη, τη Μήτιδα, την Ευρυνόμη, την Τελεστώ με τα βαθυκίτρινα πέπλα, τη Χρυσηϊδα, την Ασία, τη λαχταριστή Καλυψώ. την Ευδώρη, την Τύχη, την Αμφιρώ, την Ωκιρόη και τη Στύγα που είναι η ανώτερη απ’ όλες. Αυτές λοιπόν γεννήθηκαν πρώτες οι θυγατέρες του Ωκεανού και της Τηθύος, αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες. Γιατί υπάρχουν τρεις χιλιάδες ομορφοπόδαρες Ωκεανίδες που είναι σκορπισμένες στη γη και
στα βάθη των λιμνών και φροντίζουν όλους το ίδιο, τα λαμπρά τέκνα θεαινών. Υπάρχουν κι άλλοι τόσοι ποταμοί που τρέχουν με βουητό, γυιοί του Ωκεανού που γέννησε η σεβαστή Τηθύα. Για θνητό άνθρωπο είναι δύσκολο να πει όλα τα ονόματά τους. Τα γνωρίζουν όσοι κατοικούν τριγύρω τους. Κι η Θεία αφού αναγκάστηκε, έσμιξε ερωτικά, με τον Υπερίωνα και γέννησε τον μέγα Ήλιο, τη λαμπρή Σελήνη και την Αυγή που φέρνει το φως σ’ όλους πάνω στη γη και στους αθάνατους θεούς που κατέχουν τον πλατύ Ουρανό. Ενώ η Ευρυβία, η σεβαστή θεά, σμίγοντας ερωτικά με τον Κρίο, γέννησε τον Αστραίο, τον Πάλλαντα, και τον Πέρση που ξεπερνά όλους σε γνώση.